Μαρίνα
Τσβετάγιεβα, (μτφρ. – απόδοση: Ranele «Η Άβυσσος»)
Αχ, πόσοι ήδη
έχουν πέσει μέσα κει,
στην άβυσσο που
χάσκει πέρα μετά της παγωμάρας σκοτεινής!
Θα έρθει η μέρα που
θα έχω εξαφανιστεί
κι εγώ από προσώπου γης.
Θα σβήσουν όλα
μέσα μου που τραγουδούσαν, αγωνιούσαν,
λαμποκοπούσαν και
ορμούσαν:
το σμαραγδί
των ομματιών μου, της φωνής ο τόνος τρυφερός
και των
μαλλιών χυτός χρυσός.
Θα μείνει η
ζωή με το επιούσιο ψωμί,
με έγνοιες της μέρας που τον καθένα κάνουν τα πάντα να
λησμονεί.
Και όλα θά΄ναι
έτσι σάμπως κάτω απ΄το θόλο ουρανί
Δεν είχα
υπάρξει ούτε μια στιγμή!
Ως κάποια που
μορφάζει σαν μικρό παιδάκι,
ως κάποια της οποίας
δεν κρατά πολύ το άχτι,
ως κάποια που
αγαπούσε να βλέπει τα ξύλα μες στο τζάκι
να
μετατρέπονται σε στάχτη,
ν΄ακούει βιολοντσέλο,
ποδοβολητό αλόγων μες στα δάση τα πυκνά,
τον ήχο της
καμπάνας στο χωριό…
- εγώ που
είμαι τόσο ζωντανή, με σάρκα και οστά
στη γη πατώ,
στο χώμα τούτο μαλακό!
Σε σας,
που είτε δικοί μου είτε ξένοι, είστε;! -
για μένα που
κανένα μέτρο δεν είχα στη ζωή -
Σας
απευθύνομαι και σας ζητάω λίγη πίστη
και σας
παρακαλάω για αγάπη και στοργή.
Νυχθημερόν και
φωναχτά και σιωπηλά:
για την
αλήθεια, τη δική μου και των αλλονών.
Γιατί βιώνω
θλίψη υπερβολικά συχνά
και είμαι
μόλις είκοσι χρονών,
Γιατί είναι στη
φύση μου να συγχωρώ
την κάθε
παρεξήγηση προκαταβολικά και άνευ όρων.
Για όλο μου το
πάθος υπερβολικά διαχυτικό
και υπερβολικά
περήφανη ματιά των υψηγόρων,
για γεγονότων
γρήγορη ροή,
για την
αλήθεια και το ψέμα στο παιχνίδι πάνω...
Ακούστε! Ακόμη
να με αγαπάτε μ΄όλη την ψυχή
γιατί μια μέρα,
θα πεθάνω.
8 Δεκεμβρίου, 1913
|
Ranelena · Πλήξη, Μποντλέρ, ελεύθερη απόδοση Ρανελένα Πλήξη / Spleen Μποντλέρ, ελεύθερη απόδοση: Ρανελένα Είμαι κάτι σαν ένας βασιλιάς σε χώρα βροχερή, Πλούσιος μ' ανήμπορος, νέος μα γέρος στην ψυχή, Που σκυλοβαρέθηκε τις κολακείες των αυλικών, Που μπούχτισε απ' τα παιχνίδια των σκυλιών, Μήτε με γεράκια, μήτε με λαγονικά, δεν ευχαριστιέται πια να κυνηγά, Μήτε να χαζεύει απ' τον εξώστη τον κοσμάκη του να ξεψυχά. Ακόμα και του αγαπημένου του αοιδού η ωδή Δεν τραβά τούτου του αρρώστου την προσοχή. Την κλίνη του στολισμένη με κρίνα, την έκανε να μοιάσει σε μνήμα. Και οι κυρίες που όλους τους πρίγκηπες τους βλέπουν ως αποπλάνησης θύμα, Δεν ξέρουν τι άλλο να φορέσουν χαριτωμένο, Να σαγηνεύσουν τον πρίγκιπα σκελετωμένο. Και ο μάγος που μπορεί να του φτιάξει μαλάματα, αδυνατεί Να εξαγάγει την σαπίλα απ' το δικό του κορμί. Μήτε τα λουτρά αίματος που μας είχαν λανσάρει οι Ρωμαίοι Και τα εφάρμοζαν οι γηραλέοι, Δεν κατάφεραν να δώσουν ζωή σε τούτο το κουφάρι ζων...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου