Κεφάλαιο Β'
O rus!../Ω χωριό!
Οράτιος
О Русь! / Ω Ρούσια!
I
Το χωριό όπου δοκίμαζε την πλήξη ο πρωταγωνιστής,
Ήταν ένα μέρος πραγματικά θεϊκό.
Εκεί των απολαύσεων αθώων ο εραστής
Θα μπορούσε να ευγνωμονεί τον ουρανό.
Βρισκόταν απόμερα το αρχοντικό,
Προφυλαγμένο απ' τους ανέμους με βουνό,
Ορθωνόταν πάνω απ' το ποτάμι. Στο βάθος μακριά
Μπρος του λουλούδιαζαν χρωματιστά
Λιβάδια και χρυσά σπαρτά,
Φαίνονταν εκτάσεις γης, εδώ κι εκεί
Κοπάδια βόσκαν στη βοσκή,
Και άπλωνε μια πλούσια φυλλωσιά
Ένα αλσάκι χορταριασμένο και σκιερό,
Καταφύγιο για τις Δρυίδες ταιριαστό.
II
Το κάστρο σεβαστό είχε χτιστεί,
Όπως ακριβώς η περίπτωση το απαιτεί:
Γερή κατασκευή και απόμερη τοποθεσία
Στα γούστα παλιακά φτιαγμένο με απόλυτη σοφία.
Ολούθε οι κάμαρες με τα ταβάνια τα ψηλά
Η ταπετσαρία από στόφα τη σάλα κεντρική κοσμεί
Στους τοίχους από πορτραίτα τσάρων μια γκαλερί.
Και σόμπες παντού ντυμένες με πλακάκια ζωγραφιστά.
Πάνε τα παλιά τα μεγαλεία και τα λούσα
Δεν ξέρω, βέβαια, το γιατί;
Μα ο φίλος μου ωστόσο, όπως το παρατηρούσα
Δεν τα' χε ανάγκη, ίσως επειδή
Το ίδιο χασμουρητό τον έπιανε παντού
Και μες στις αίθουσες μοντέρνες και αυτές του παλαιού καιρού.
III
Εγκαταστάθηκε σε εκείνο το κονάκι
Όπου ο κάτοικος παλιός επί σαράντα έτη
Τρωγόταν με την οικονόμο για κάθε πενταράκι.
Βαρούσε μύγες και κοιτούσε απ' το παραθύρι με σεκλέτι.
Τα πάντα ήτανε λιτά: κάτω ο δρύινος παρκές
Δύο ντουλάπες, ένα γραφείο, ένας πουπουλένιος καναπές,
Και μήτε ένας λεκές από μελάνι
Ο Ονέγκιν άνοιξε τις ντουλάπες μάνι μάνι
Σε μία βρήκε των εξόδων το τεφτέρι
Στην άλλη μποτίλιες με ντόπιο τσέρι,
Στάμνες ξέχειλες από μηλίτη σπιτικό
Και ένα ημερολόγιο του χίλια οχτακόσια οχτώ.
Ο γέρος έχοντας πολλές δουλειές
Για άλλα βιβλία δεν είχε αντοχές.
IV
Μονάχος θέλησε τα κτήματά του να διατάξει,
Αρκεί η ώρα να περνά.
Σκέφτηκε ο Ευγένιός μας αρχικά,
Να φέρει μιαν καινούργια τάξη.
Στην επαρχία ο σοφός της ερημιάς,
Τον επαχθή ζυγό της υποτέλειας παλιάς
Αντικατέστησε με έναν φόρο ελαφρύ.
Και ο χωρικός την μοίρα του ευγνωμονεί.
Ο γείτονάς του, συμφεροντολόγος πέρα για πέρα.
Διαβλέποντας σ' αυτά έναν τρομερό μπελά,
Θύμωσε κόβοντας του την καλημέρα.
Ενώ ο άλλος του χαμογέλασε κάπως πονηρά.
Και όλοι αποφασίσαν εν χορώ
Πως πρόκειται για έναν επικίνδυνο τρελό.
V
Όλοι του 'κάναν επισκέψεις στην αρχή.
Μα επειδή απ' την πίσω την αυλή
Συνήθως του σελώναν κρυφηδόν
Ένα καθαρόαιμο άλογο του Ντον,
Μόλις κατά μήκος της δημοσιάς ακουστεί
Ο ήχος του δικού του αραμπά, -
Έχοντας προσβληθεί από τέτοιου είδους συμπεριφορά,
Όλοι μαζί του κόψαν την κάθε επαφή.
"Ο γείτονάς μας είναι ένας τρελάρας αγενής.
Είναι μασόνος ακραιφνής.
Πίνει μονάχα ένα κόκκινο κρασί.
Και το χειροφίλημα στις ντάμες δεν τηρεί.
Όλο ναι, ναι και όχι. Δεν λέει ναίσκε ή ουχί".
Αυτή ήταν η απόφαση κοινή.
VI
Στο χωριό την ίδια εποχή
Είχε έρθει ένας κτηματίας νεαρός
Κι εκείνος έδινε στους γείτονες λαβή
Να τονε κρίνουν το ίδιο αυστηρώς:
Ονόματι Λένσκι Βλαδίμηρος
Απ' την Γοττίγγη άρτι αφιχθείς
Ένας νέος όμορφος και ήμερος
Λάτρης του Καντ και ποιητής.
Απ' την ομιχλώδη Γερμανία κατά ' δω
Έφερε των σπουδών του τον καρπό:
Όνειρα για την λευτεριά,
Πνεύμα ανυπότακτο, γεμάτο παραξενιά,
Ομιλία πάντα ξέχειλη από ενθουσιασμό
Και ως τους ώμους ένα μαλλί μαύρο, κατσαρό.
VII
Απ' της κοινωνίας την ακολασία την ψυχρή
Μην έχοντας προλάβει να μαραθεί,
Η ψυχή του αντλούσε την θαλπωρή απ' την προσήνεια ενός φίλου
Και απ' την ευγένεια του γυναικείου φύλου.
Μες στην καρδιά του είχε απειρία,
Η ελπίδα τον βαυκάλιζε ωσάν μωρό,
Του κόσμου η νέα λάμψη και η φασαρία
Ακόμα θάμπωναν το νέο του μυαλό.
Εκείνος διασκέδαζε μ' ένα όνειρο γλυκό
Τις αμφιβολίες που είχε μες στη δική του την καρδία.
Της ζωής μας ο σκοπός για αυτόν
Φάνταζε ένα αίνιγμα όλο γοητεία.
Για να το ανακαλύψει έσπαγε την κεφαλή
Και υποψιαζόταν του μυστηρίου την εμπλοκή.
VIII
Εκείνος πίστευε πως μια δίδυμη ψυχή
Μαζί του πρέπει να ενωθεί,
Πως βασανιζόμενη προς το παρόν
Εκείνον περιμένει νυχθημερόν.
Εκείνος πίστευε πως είναι έτοιμοι οι φίλοι
να δεχτούν τα δεσμά της φυλακής για τη δική του την τιμή
Και πως το χέρι τους σταθερό θα μείνει
Για να τιμωρήσουν όποιον τολμήσει να τον επιβουλευτεί.
Πως υπάρχουν της μοίρας οι εκλεκτοί,
Άνθρωποι δεμένοι με της ιερής φιλίας τα δεσμά
Πως εκείνοι αποτελώντας μιαν ως τον θάνατο ενωμένη φαμελιά
Η οποία με την ακτίνα διαπεραστική
Μια μέρα όλους μας φωτίσει
Και σ' όλον τον ντουνιά μια αγαλλίαση χαρίσει.
IX
Το αίσθημα της λύπης, της οργής
Η αγάπη προς κάθε τι το αγαθό
Της δόξης ένα βάσανο γλυκό
Την καρδιά του αναστάτωσαν από νωρίς
Εκείνος με τη λύρα ταξίδευε στο εξωτερικό.
Κάτω απ' του Σίλλερ και του Γκαίτε τον ουρανό
Με την φλόγα τους ποιητική
Λαμπάδιασε ολόκληρη του η ψυχή.
Και των Μουσών την τέχνη υψηλή
Ο τυχερούλης δεν εντρόπιασε καθόλου
Διατήρησε μες στα τραγούδια του τα αξιοπρεπή
Τα συναισθήματα ευγενικά και μόνο
Του όνειρου παρθενικού την παρόρμηση γλυκιά
Και της απλότητας σπουδαίας την χαριτωμενιά.
X
Εκείνος εξυμνούσε την αγάπη, υπάκουος σ' αυτή,
Και ο ύμνος του αυτός ήταν απόλυτα αγνός
Σάμπως της παρθένου αγαθής οι λογισμοί
Σάμπως ο ύπνος του μωρού, σάμπως του φεγγαριού το φως
Μες στις ερημιές των ουρανών,
Μάρτυς των μυστικών και των τρυφερών αναστεναγμών.
Εκείνος τραγουδούσε την θλίψη των χωρισμών και τα πάθη,
Και κάτι ακαθόριστο, και τα ομιχλώδη βάθη,
Και τα ρόδα ρομαντικά.
Εκείνος τραγουδούσε τον τόπο μακρινό,
Όπου στον κόρφο της ησυχίας για πολύ καιρό
Έχυνε δάκρυα καυτά.
Εκείνος τραγουδούσε της ζωής τον μαρασμό
Όντας μόλις ετών δεκαοκτώ.
XI
Μόνο ο Ονέγκιν μπορούσε στην ερημιά
Να εκτιμήσει τα δικά του τα ταλέντα,
Απ' την άλλη στα γειτονικά χωριά
Εκείνος δεν έστεργε αρχόντων γλέντια.
Απέφευγε το ζωηρό τους λακιρντί.
Την κουβέντα τους την ριζωμένη βαθιά στη γη
Για το κρασί, για των σκυλιών την εκτροφή, για τη σοδειά,
Για τη δική τους την φαμελιά.
Δεν έλαμπε μήτε από συναισθημάτων την πλησμονή,
Μήτε από την φλόγα ποιητική,
Μήτε απ' την πνευματικότητα μήτε από την ευφυΐα
Μήτε από της συμβίωσης την σοφία.
Μα η κουβέντα των δικών τους των γυναικών
Ήταν των προσδοκιών ακόμα πιο χαμηλών.
XII
Ο Λένσκι είχε πλούτο και ομορφιά
Σε όλα τα σπίτια ήταν δεκτός ως υποψήφιος γαμπρός
Τέτοια ήταν η συνήθεια η παλιά
Όλα τα κορίτσια τα προξενεύαν συνεχώς
Στον γείτονα κατά το ήμισυ με ρωσική καταγωγή.
Με το που' ρχόταν, στη στιγμή
Η κουβέντα γύριζε τάχα μόνη της
Στην πλήξη της εργένικης ζωής
Φωνάζουν τον γείτονα για σαμοβάρι,
Και η Ντούνια τσάι τρατάρει.
Της ψιθυρίζουν: "Ντούνια, δες προσεκτικά το παλικάρι!
Και την κιθάρα της λέν' να πάρει.
Και κείνη (θεέ μου!) βγάνει μια στιγκιά:
Έμπα στα παλάτια μου χρυσά!...
XIII
Μα ο Λένσκι μην έχοντας όρεξη καμία,
Με τα δεσμά του γάμου να συνδεθεί,
Με τον Ονέγκιν είχε την επιθυμία
Από καρδιάς και πιο στενά να γνωριστεί.
Εκείνοι σμίξαν. Το κύμα και ο βράχος.
Η ποίηση και η πρόζα, η φλόγα και ο πάγος
Όχι και τόσο μεταξύ τους διαφορετικοί.
Με την ετερότητα την αμοιβαία στην αρχή
Φέρναν ο ένας στον άλλον πλήξη ελαφρά
Ύστερα αρχίσαν να αλληλοσυμπαθιούνται και μετά
Βρίσκονταν κάθε μέρα ιππαστί
Και σύντομα γινήκαν κώλος και βρακί.
Έτσι οι άνθρωποι (ο πρώτος διδάξας είμαι εγώ)
Γίνονται φίλοι απ' της βαρεμάρας τον ζυγό
XIV
Μα δεν έχουμε ούτε τέτοιου είδους τις φιλίες.
Παραβλέποντας όλες τις ιδεοληψίες,
Όλους τους άλλους τους βλέπουμε ως σκέτα μηδενικά,
Ενώ τον εαυτό μας ως μονάδες φυσικά.
Όλοι φιλοδοξούμε Ναπολέοντες να γίνουμε από καραβανάδες
Τα κτήνη δίποδα είναι μυριάδες.
Το όπλο μας είναι κοινό
Οποίο συναίσθημα για μας είναι γελοίο, περιττό.
Ο Ευγένιος απ' τους άλλους ήταν πιο υποφερτός.
Το γεγονός που γνώριζε καλά ανθρώπους δεν μπορείς να αναιρέσεις
Και ότι τους περιφρονούσε γενικώς, -
Μα (δεν υπάρχουν κανόνες δίχως εξαιρέσεις)
Κάποιους τους ξεχώριζε για πάθος
Και το συναίσθημά τους το σεβόταν κατά βάθος.
XV
Άκουγε τον Λένσκι με ένα χαμόγελο συγκαταβατικό
Του ποιητή ο λόγος έμοιαζε φωτιά
Στις κρίσεις φανερωνόταν μη κατασταλαγμένο ακόμα το μυαλό
Με την γεμάτη πάντα έμπνευση ματιά
Για τον Ονέγκιν ήταν περίεργα όλα αυτά
Εκείνος την κουβέντα την ψυχρή
Προσπαθούσε να μην την πει κρατώντας τα χείλη του κλειστά
Σκεφτόταν: η παρέμβασή μου θα φέρει μονάχα την αποστροφή.
Ποιος ο λόγος την ζαχαρένια του να του χαλώ;
Έτσι κι αλλιώς χωρίς εμένα θα ξυπνήσει.
Στο μεταξύ στην πλάνη του ας ζήσει
Και ας πιστεύει στον αγαθό του κόσμου τούτου τον σκοπό.
Ας συγχωρέσουμε στα νιάτα τον πυρετό,
Το μπρίο και το παραλήρημα νεανικό.
XVI
Ανάμεσά τους γεννούσε διαφωνίες το καθετί
Και οδηγούσε προς την περισυλλογή:
Επιστημών καρποί, αρχαίων φύλων η αδελφότης,
Του κόσμου η αγαθότης και η φαυλότης.
Και των αιώνων οι προκαταλήψεις και τα ταμπού
Και τα μακάβρια μυστήρια του ενταφιασμού,
Τα πάντα, η μοίρα και η ίδια η ζωή
Με τη σειρά υπόκειντο στην κρίση τους ενδελεχή.
Στον πυρετό των συλλογισμών του ποιητή
Εκείνος αποξεχασμένος απήγγελνε στο μεταξύ
Κομμάτια των ποιημάτων του Βορρά
Και ο Ευγένιος με συγκατάβαση βαθιά,
Παρότι αυτό δεν του'ταν απόλυτα κατανοητό
Με προθυμία άκουγε τον νεαρό.
XVII
Τα μυαλά των δικών μου ερημιτών Απασχολούσαν πιο πολύ τα πάθη
Έχοντας ξεφύγει απ' την εξουσία των δικών τους των δεσμών
Ο Ονέγκιν μίλαγε για αυτά αναλογιζόμενος τα δικά του λάθη
Με έναν ακούσιο της λύπης αναστεναγμό:
Μακάριος, εκείνος που ενώ είχε γνωρίσει εξαιτίας αυτών την ταραχή
Κατάφερε εξολοκλήρου να ξεφύγει απ' αυτό.
Μακάριος, εκείνος που δεν τα είχε καν γευτεί
Εκείνος που ψύχραινε τον έρωτά του με τον χωρισμό,
Την έχθρα με την κακολογία
Φορές με φίλους και με τη γυναίκα του εκείνον έπιανε χασμουρητό
Δίχως να τυραννιέται απ' της ζήλιας την καχυποψία.
Και την περιουσία του παππού
Στον τζόγο δεν την έπαιζε στα κουτουρού.
XVIII
Σαν βρεθούμε υπό σημαία
Της συνετής της ησυχίας
Σαν σβήσει των παθών η φλόγα της ανυπομονησίας
Και μας φαίνονται γελοία μεν, αλλά ωραία
Η αυθαιρεσία τους και οι παρορμήσεις
Και οι καθυστερημένες οι απαντήσεις, -
Συμβιβασμένοι όχι με δίχως ενοχές
Λατρεύουμε ν' ακούμε πολλές φορές
Τη γλώσσα τολμηρή των ξένων των παθών
Που μας ταράζει την καρδιά
Ακριβώς όπως ένας βετεράνος των μαχών
Με την λαχτάρα τεντώνει τα αφτιά
Προς των μουστακαλήδων νεαρών το παρεάκι,
Μισοξεχασμένος μες στο δικό του το κονάκι.
XIX
Αλλά και τα νιάτα τα φλογερά
Αδυνατούν να κρύψουν το παραμικρό.
Την έχθρα, την αγάπη, την θλίψη και την χαρά
Είναι έτοιμα να τα αποκαλύψουν στο λεπτό.
Έχοντας στον έρωτα τη φήμη του βετεράνου
Ο Ονέγκιν τον άκουγε με ύφος του γυναικοπλάνου
Ποθώντας την εξομολόγηση απ' τα βάθη της ψυχής
Μιλούσε ανοιχτά ο ποιητής
Την συνείδηση του την αγαθή
Την αποκάλυπτε με απονηρευσία.
Ο Ευγένιος έμαθε χωρίς να προσπαθεί
Της αγάπης του την ιστορία,
Μια αφήγηση που συναισθημάτων βρίθει
Των συναισθημάτων που μας είναι γνωστά ήδη.
XX
Αχ, εκείνος αγαπούσε όπως στη δική μας εποχή
Δεν αγαπάνε πια, έτσι όπως μοναχά
Η άμυαλη ψυχή του ποιητή
Ακόμη είναι καταδικασμένη να αγαπά:
Πάντα και παντού η ίδια οπτασία,
Η ίδια απαράλλαχτη επιθυμία,
Η ίδια θλίψη συνηθισμένη
Μήτε οι τόποι παγωμένοι,
Μήτε τα χρόνια τα πολλά του χωρισμού,
Μήτε στις Μούσες οι αφιερωμένες ώρες
Μήτε οι ομορφιές στις μακρινές τις χώρες
Μήτε οι επιστήμες, μήτε η ευθυμία του γλεντιού
Δεν άλλαξαν την δική του την ψυχή,
Που την εθέρμανε μια φλόγα παρθενική.
XXI
Απ' την Όλγα καταγοητευμένος, όντας ακόμα στη εφηβεία.
Μην ξέροντας ακόμα της καρδιάς την ταλαιπωρία,
Ήταν μάρτυρας και θαυμαστής
Των διασκεδάσεών της της ηλικίας παιδικής.
Εκείνος μέσα στο άλσος το σκιερό
Έπαιρνε μέρος στο παιχνίδι της το ζωηρό
Κι όλοι προφητεύαν τα στεφανώματα με τους παπάδες,
Οι φίλοι, οι γείτονες και οι πατεράδες.
Υπό την σκέπη της πραότητας, στην ερημιά,
Γεμάτη αθώα ομορφιά,
Εκείνη στα μάτια των γονιών
Ανθούσε ως ένα κρυμμένο λουλούδι των αγρών,
Προφυλαγμένο μες στα χορτάρια τα πυκνά
Και απ' τη μέλισσα και απ' τον πέρπιρα μακριά.
XXII
Εκείνη χάρισε στον ποιητή
Το πρώτο όνειρο του νεανικού του ενθουσιασμού,
Και η σκέψη του για αυτή
Ενέπνευσε τον πρώτο ήχο του δικού του σουραυλιού.
Συγχωράτε, παιχνίδια χρυσαφένια!
Εκείνος αγάπησε τα άλση τα σκιερά,
Την ησυχία, την μοναξιά,
Τη νύχτα, το φεγγάρι και τ' αστέρια,
Την σελήνη, της νυκτός την λαμπάδα
Στην οποία αφιερώναμε συχνά
Τις βόλτες μες στην φεγγαράδα,
Τα δάκρυα και των κρυφών βασάνων τη χαρά...
Μα τώρα βλέπουμε σ' αυτήν
Των φαναριών την απομίμηση ωχρή.
XXIII
Πάντα υπάκουη, πάντα σεμνή,
Πάντα χαρούμενη σαν χαραυγή,
Απλόψυχη όπως η ζωή του ποιητή,
Και χαριτωμένη ως της αγάπης το φιλί.
Τα μάτια γαλανά σαν τον ουρανό,
Το χαμόγελο, οι βόστριχοι από λινό,
Οι κινήσεις, η ευλύγιστη κορμοστασιά, η φωνή,
Όλα στην Όλγα... μα όποιο μυθιστόρημα κι αν παρθεί
Σίγουρα μες στις σελίδες του θα βρεις
Ένα δικό της πορτραίτο να χαρείς
Είναι μεν χαριτωμένο: παλιά το λάτρευα κι εγώ,
Μα τώρα το βαρέθηκα σε μέγιστο βαθμό.
Επίτρεψέ μου, αναγνώστα, με δίχως χρονοτριβή
Να ασχοληθώ καλύτερα με την μεγαλύτερη της αδερφή.
XXIV
Την αδελφή της την έλεγαν Τατιάνα...
Για πρώτη μου φορά με τέτοιο βαφτιστικό
Αυτόβουλα το μυθιστόρημά μου τρυφερό
Θα αγιάσουμε εγγράφοντάς το στις σελίδες του επάνω.
Και τι με αυτό; Είναι εύηχο και χαριτωμένο
Όμως, το ξέρω, είναι όντως συνδεδεμένο
Με την ανάμνηση της παρωχημένης εποχής
Ή του γυναικωνίτη! Ωστόσο όλοι εμείς
Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως
Ακόμα και τα ονόματά μας στερούνται της λεπτότητος
(Ούτε λόγος για την ποίηση)
Η μόρφωση σε μας δεν έχει διόλου ευδοκιμήσει.
Από κείνη έχουμε κρατήσει μοναχά
Την επιτήδευση και τίποτ' άλλο φυσικά.
XXV
Τατιάνα την έλεγαν λοιπόν
Μήτε με της αδερφής της την ομορφάδα,
Μήτε με των παρειών της την κοκκινάδα
Δε θα τραβούσε τα βλέμματα περαστικών
Σιωπηλή, μοναχική, θλιμμένη,
Όπως λαφίνα φοβισμένη,
Εκείνη μες στην δική της την φαμελιά
Φαινόταν ωσάν μια ξένη κοπελιά.
Δεν επιζητούσε τα χάδια διακαώς
Μήτε του πατρός, μήτε της μητρός
Μες στο μπουλούκι των παιδιών όντας η ίδια ένα παιδί μικρό
Δεν ευχαριστιόταν μήτε παιχνίδι μήτε χοροπηδητό.
Και ολημερίς πολύ συχνά
Καθόταν στο παραθύρι σιωπηλά
XXVI
Οι ρεμβασμοί, η συντροφιά της μοναδική
Ήδη από την κούνια και απ' τα φασκιά
Της επαρχίας την ψυχαγωγία
Της την διάνθιζε με την ονειροπόληση συχνή.
Τα δάχτυλά της απαλά
Δεν γνώριζαν τσιμπήματα από βελόνες
Εκείνη δεν έσκυβε πάνω στα μοτίβα μεταξωτά
Στολίζοντας το κέντημά της με εικόνες.
Είναι φανέρωμα της θέλησης για κυριαρχία,
Παίζοντας με την υπάκουη κουκλίτσα το μωρό
Κάνει τρόπον τινά προετοιμασία
Για της κοινωνίας τον απαράβατο κανόνα, όπως και για τον καθωσπρεπισμό
Και της επαναλαμβάνει με σπουδή
Της μάνας της την διδαχή.
XXVII
Μα με τις κούκλες η Τατιάνα
δεν έπαιζε από μωρό
Για μόδες, για της πόλης το κουτσομπολιό,
Μαζί τους δεν συζητούσε σαν μεγάλη ντάμα.
Και της ήταν οι παιδικές οι σκανδαλιές
Ξένες εντελώς ενώ οι ιστορίες τρομακτικές
Τον χειμώνα μες στο σκοτάδι της νυχτιάς
Πιότερο της σκλάβωναν τα φύλλα της καρδιάς.
Και όταν μάζευε η νένα
Για την Όλγα στο λιβάδι ανοιχτό
Όλα τα παιδάκια ένα ένα
Εκείνη μαζί τους δεν έπαιζε κυνηγητό
Το γέλιο τους το ηχηρό της ήταν κάπως βαρετό
Όπως και ο σταματάς και το ασταμάτητό τους τρεχαλητό.
XXVIII
Εκείνη αγαπούσε στη βεράντα μοναχή
Να υποδέχεται του ήλιου την ανατολή,
Όταν στο θόλο χλωμό των ουρανών
Χάνεται ο χορός των αστεριών,
Και ροδίζει η άκρια της γης,
Και πνέει το αεράκι, ο προάγγελος της χαραυγής,
Και η μέρα χαράζει σιγά σιγά.
Το χειμώνα, όποτε της νύχτας η σκιά
Κυριαρχεί πάνω απ' τη μισή τη γη,
Και παραπάνω μες στη ησυχία χαλαρή,
Συνοδεία το φεγγάρι ομιχλώδες
Η Αυγή απολαμβάνει ένα ραχάτι παροιμιώδες,
Ξυπνημένη μια συνηθισμένη ώρα ακριβώς
Εκείνη σηκωνόταν με των κεριών το φως.
XXIX
Της άρεσαν από νωρίς βιβλία.
Αντικαθιστούσαν εξολοκλήρου τον κόσμο τον πραγματικό.
Ερωτεύονταν κάθε τόσο την μυθοπλασία
Του Ρίτσαρντσον και του Ρουσσώ.
Ο πατέρας της δεν είχε ίχνος από κακία.
Κολλημένος στην άλλη εποχή ήταν κάπως ντεμοντέ,
Μα στα βιβλία δεν έβλεπε ζημία ουδεμία
Και μη διαβάζοντας ποτέ
Τα θεωρούσε του χρόνου μια άσκοπη σπατάλη
Και αδιαφορούσε εντελώς
Ποιος τόμος μυστικός
Κοιμόταν κάτω απ' της κόρης του το μαξιλάρι.
Η γυναίκα του από την άλλη
Ήταν ξετρελάμενη απ' τον Ρίτσαρντσον και πάλι.
XXX
Εκείνη τον Ρίτσαρντσον τον αγαπούσε
Όχι επειδή τον διάβασε ποτέ
Όχι επειδή του Λόβλεϊς προτιμούσε
Τον Σερ Τσαρλς Γκράντισον, καλέ.
Μα επειδή η πριγκίπισσα Αλίνα κάποτε παλιά,
Η Μοσχοβίτισσα, η δική της η ξαδέλφη
Μιλώντας για αυτούς, της πήρε τα αφτιά
Ακόμα μνηστήρας ήταν εκείνη την εποχή
Ο σύζυγός της ο τωρινός που τον παντρεύτηκε με το στανιό
Ενώ εκείνη για άλλον αναστέναζε σερί
Για κείνον που και η καρδιά του και το μυαλό Την γοητεύανε πιο πολύ:
Αυτός ο Γκράντισον ήταν ξακουστός δανδής
Λοχίας της φρουράς και θαμώνας της λέσχης χαρτοπαικτικής.
XXXI
Όπως εκείνος, ήταν ντυμένη φινετσάτα
Πάντα μες στην τρίχα, πάντοτε μοδάτα.
Μα δίχως να ερωτηθεί,
Την πήγαν να στεφανωθεί.
Και προκειμένου να διασκεδάσει τη δική της συμφορά,
Ο άντρας της πράττοντας πολύ σοφά
Αναχώρησε γοργά για το χωριό
Όπου ένας θεός ξέρει ποιους θα είχε στον κύκλο της κοινωνικό.
Έκλαιγε και ήθελε να φύγει αρχικά,
Παραλίγο να φτάσουν στον χωρισμό.
Μετά ασχολήθηκε με το νοικοκυριό,
Συνήθισε και έγινε καλή νοικοκυρά.
Η συνήθεια άνωθεν μας δίδεται συχνά:
Αυτή την ευτυχία μας αντικαθιστά.
XXXII
Η συνήθεια γλυκανε τον πόνο,
Που αθεράπευτος αρχικά είχε φανεί.
Μια ανακάλυψη και μόνο
Να την γιατρέψει ήταν αρκετή
Εκείνη ανάμεσα στο χουζούρι και στη δουλειά
Είχε ανακαλύψει πως τον σύζυγό της να κυβερνά
Με το έτσι θέλω, με αυταρχισμό
Και τότε όλα άρχισαν να αποκτούν ρυθμό
Εκείνη κρατούσε έξοδα, στην τύχη δεν άφηνε καμιά δουλειά,
Για το χειμώνα έφτιαχνε τουρσιά
Χωρικούς έστελνε στρατό με το στανιό,
Τα Σάββατα πήγαινε χαμάμ για καθαρμό,
Μοίραζε σκαμπίλια δεξιά ζερβά
Και όλα αυτά δίχως τον άντρα να ρωτά.
XXXIII
Κάποτε κάνοντας επιστήθια αφιερώματα
Έγραφε με αίμα στων κοριτσιών λευκώματα
Την Παρασκευή της άρεσε Πωλίνα να φωνάζει
Και μιλούσε τραγουδιστά με νάζι.
Φορούσε έναν κορσέ πολύ στενό,
Και το ρωσικό "ν" ως "n" γαλλικό
Μπορούσε να προφέρει ρινικά,
Μα σύντομα ξεχαστήκαν όλα αυτά:
Ο κορσές, το λεύκωμα, η πριγκίπισσα Αλίνα,
Το τετράδιο και μαζί του οι στίχοι αισθηματικοί
Τα πάντα έχουν ξεχαστεί και άρχισε να αποκαλεί
Την πρωην Σελήνη Ακουλίνα
Και επιτέλους εγκαινίασε κι αυτή
Τη ρόμπα βαμβακωτή μαζί με το σκουφί.
XXXIV
Ο σύζυγός της την αγαπούσε με όλη του την καρδιά,
Στις δουλειές της δεν εχωνε τη μύτη του και τούτο διότι
Την εμπιστευότανε τυφλά
Και ο ίδιος φορώντας ρόμπα επιδιδόταν διαρκώς σε φαγοπότι.
Η ζωή του κυλούσε ήρεμα και ομαλά
Μαζευόταν πότε πότε τις βραδιές
Η εύθυμη των γειτόνων συντροφιά,
Με δίχως τσιριμόνιες πολλές
Για να κλφατούν, δυο κακίες να μοιραστούν
Να κοροϊδέψουν το κατιτί.
Περνά η ώρα. Στο μεταξύ
Της Όλγας να ετοιμάσει τσάι θα πουν
Μετά το δείπνο και να για ύπνο ήρθε η στιγμή
Και οι καλεσμένοι αδειάζουν την αυλή.
XXXV
Εκείνοι διατηρούσαν στην ειρηνική τους τη ζωή
Συνήθειες απ' την παλαιά την εποχή.
Και τις βουτυρένιες τις Αποκριές
Εκείνοι ψήναν τις κρέπες παραδοσιακές.
Νηστεία κρατούσαν στο χρόνο δύο φορές.
Τους άρεσαν οι κούνιες κυκλικές,
Τα τράγουδα τα μαντικά, ο συρτός χορός.
Του Αγίου Πνεύματος, όταν ο λαός
Άκουγε τη λειτουργία όλο χασμουρητά εκεί που ξεκινά η μέρα
Εκείνοι απ' την άλλη με κατάνυξη κοιτάζοντας προς την αυγή το μαγικό βοτάνι
Αφήναν τρία δάκρυα να πέσουν στο κοτσάνι. κυλήσουν καταή.
Και ο μηλίτης του
ς ήταν απαραίτητος σαν τον αέρα
Και τους καλεσμένους στο τραπέζι προφανώς
Τους σέρβιραν κατά αξίωμα του καθενός.
XXXVI
Κι έτσι γερνούσανε μαζί.
Και επιτέλους είχε ανοιχτεί
Μπρος στο σύζυγο η πόρτα του κιβουριού
Και κείνος δέχτηκε το χρίσμα του νέου στεφανιού.
Εκείνος πέθανε μια ώρα πριν στο τραπέζι κατεβεί
Τον έκλαψαν ο γείτων, τα παιδιά
και η σύζηξ η πιστή
Από όποιον άλλον πιο ντόμπρα και αληθινά.
Εκείνος ήταν καλοσυνάτος και απλός ως ευγενής,
Και κει που κείτεται η δική του η σορός,
Η ταφόπλακα γράφει το εξής:
Ταπεινός αμαρτωλός, ο Λάριν Δημητρός,
Ταξίαρχος και δούλος του Θεού,
Αναπαύεται κάτω απ' την πλάκα τούτη του κιβουριού.
XXXVII
Έχοντας γυρίσει στην φωλιά την πατρική,
Ο Βλαδίμηρος Λένσκι είχε επισκεφτεί
Το μνήμα του γείτονα του ταπεινού
Και έναν αναστεναγμό είχε αφιερώσει της σορού
Και έχοντας γεμάτη θλίψη την καρδιά.
«Poor Yorick! - είπε λυπηρά. -
Πολλές φορές εκείνος με κρατούσε αγκαλιά.
Όντας μικρός έπαιζα πολύ συχνά
Με το μετάλλιο με το οποίο για το Οτσάκοφ είχε παρασημοφορηθεί!
Την Όλγα προόριζε να με παντρευτεί,
Κι έλεγε: θα ζήσω τάχα ως εκείνη τη στιγμή;..."
Και, γεμάτος λύπη ειλικρινή,
Ο Βλαδίμηρος επιτόπου προς τιμήν του ψάλλει
Ένα επιτάφιο μαδριγάλι.
XXXVIII
Κι εκεί με πένθιμη επιγραφή
Του πατέρα και της μητέρας, πνιγμένος σε αναφιλητά,
Στων γονιών του τις σορούς απέτισε τιμή...
Αλίμονο! Πάνω στης ζωής την αυλακιά
Ολόκληρες γενιές υπό την σκιά του θερισμού
Με την μυστική βουλή της πρόνοιας θεϊκής
Βλασταίνουν, μεστώνουν και πέφτουν καταγής.
Οι άλλοι στο κατόπι τους ακολουθούν ...
Έτσι και η δική μας η επιπόλαιη φυλή
Μεγαλώνει, βράζει και επαναστατεί
Και τους προπάππους προς το φέρετρο ωθεί.
Θα ρθει, θα ρθει και η δική μας η στιγμή,
Και τα δικά μας τα εγγόνια η ώρα τους καλή
Θα μας εκτοπίσουν από τούτη τη γη!
XXXIX
Στο μεταξύ, φίλοι μου, απολαύστε την,
Τούτη την ανέμελη ζωή,
Έχοντας καταλάβει την αξία της τη μηδαμινή
Δεν γατζόνομαι διόλου απ' αυτήν.
Σε φαντάσματα τα μάτια μου μένουν ερμητικά κλειστά.
Μα η ελπίδα μου μακριά
Μου αναστατώνει πότε πότε την καρδιά:
Χωρίς αποτυπώματα μικρά
Ν' αφήσω τον κόσμο τούτο θα' ταν θλιβερό.
Δε ζω και γράφω για να εισπράξω την αποδοχή.
Κι όμως μου φαίνεται πως σφόδρα επιθυμώ
Να δοξάσω την θλιβερή μου την αποστολή,
Έτσι ώστε, εμένανε ως ένας φίλος μου πιστός,
Να με θυμίζει έστω ένας ήχος ποιητικός.
XL
Και κάποιου θα συγκινήσει την ψυχή.
Και, φυλαγμένη από την ειμαρμένη
Μες στη Λήθη ίσως και να μην χαθεί
Η στροφή από εμένα συτεθειμένη
Ίσως (ελπίδες φρούδες τρέφω!),
Ίσως δείξει ένας μελλοντικός ημιμαθής
Το φημισμένο μου πορτραίτο
Και πει: ετούτος δω ήταν ποιητής!
Άκου λοιπόν εμένα που θέ να σε ευχαριστήσει,
Των Αονίδων ω φίλε θαυμαστά,
Ω συ, του οποίου η μνήμη πρόκειται να διατηρήσει
Τα έργα μου τα φτερωτά.
Και το χέρι σου συγκαταβατικά τις δάφνες μου να δρέψει
Και το στεφάνι του γέρου να χαιδέψει.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου