Κεφάλαιο VII
Ευγένιος Ονέγκιν του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, μτφρ. - απόδοση Ρανελένα
Μόσχα, της Ρούσιας κόρη λατρεμένη,
Πού νά βρεις μια πολιτεία ισάξια με σένα, αγαπημένη;
Ντμίτριεβ.
Πώς να μην είναι η Μόσχα λατρεμένη,
όταν είναι απ' τα σπλάχνα σου βγαλμένη;
Μπαρατίνσκι.
- Αυτοεξόριστος της Μόσχας! Δεν σας νοιάζουν τα φώτα της κοινωνίας υψηλής; Άραγε υπάρχει κάποιο μέρος καλύτερό για σας;
- Εκεί όπου δεν είμαστε εμείς.
Γκριμπογιέντοφ.
I
Διωγμένα πια απ' τις ανοιξιάτικες αχτίδες,
Τα χιόνια απ' τα τριγύρω τα βουνά
Ροβόλησαν με τα ρυάκια τα θολά
Πλημμυρίζοντας λιβάδια περιστοιχισμένα με σημύδες.
Η φύση με χαμόγελο λαμπρό
Μες απ' τον ύπνο υποδέχεται του χρόνου την αυγή.
Ένα απέραντο γαλάζιο τυλίγει τον ουρανό.
Τα δάση που είναι ακόμα γυμνά και διαφανή
Σάμπως με χνούδι πρασινίζουν.
Για να εισπράξει έναν δασμό αγρών και να το κάνει μέλι
Μια μέλισσα αφήνει πετώντας την κυψέλη.
Οι κοιλάδες βλασταίνουν και ανθίζουν.
Τα κοπάδια βελάζουν, και το αηδόνι
Έχει κιόλας κελαηδήσει πάνω απ' το έρημο αλώνι.
II
Πόσο με θλίβει ο δικός σου ερχομός,
Ω, άνοιξη! Του έρωτα η εποχή!
Πόσο γλυκός ο αναβρασμός
Μες στο αίμα και μες στην ψυχή!
Με πόση αγαλλίαση βαθιά
Απολαμβάνω της άνοιξης την ελαφρά πνοή
Που το πρόσωπό μου χαϊδεύει με στοργή
Στης υπαίθρου την ερημιά.
Ή μου είναι αδιάφορες οι απολαύσεις, εκεί έχω καταλήξει,
Κι όλα όσα χαροποιούν και αναζωογονούν,
Όλα όσα πανηγυρίζουν και λαμπυρίζουν
Φέρνουν μια βαρεμάρα και μια πλήξη
Μες στην ψυχή νεκρή από καιρό
Και της φαίνεται το παν στον κόσμο τούτο σκοτεινό;
III
Ή δίχως να χαιρόμαστε την επιστροφή
Των φύλλων που τέλος του φθινοπώρου είχαν νεκρωθεί,
Θυμόμαστε τούτον τον πικρό χαμό,
Ακούγοντας το καινούριο θρόισμα δασών.
Ή φέρνουμε κοντά στη φύση αναγεννημένη
Με τη σκέψη μας αμήχανη και μπερδεμένη
Των δικών μας χρόνων τον μαρασμό
Για τους οποίους δεν ελπίζουμε σε γυρισμό;
Ίσως μας έρχεται στο νου
Στη μέση του ύπνου ποιητικού
Μια άλλη άνοιξη, παλιά
Και μας ταράζει την καρδιά
Με τη ρέμβη της χώρας μακρινής,
Του φεγγαριού και της νύχτας μαγικής...
IV
Ήρθε ο καιρός: της καλοπέρασης ω ερασταί,
Επικούρειοι σοφοί,
Εσείς, ω ευδαίμονες εγωισταί,
Εσείς, ω της σχολής του Λέβσιν νεοσσοί,
Εσείς, ω Πρίαμοι αγρών,
Κι εσείς, κυρίες όλο ενθουσιασμοί,
Η άνοιξη στο χωριό σας προσκαλεί,
Είναι η εποχή της ζέστης και των λουλουδιών,
Η εποχή των περιπάτων μοναδικών
Και σαγηνευτικών νυκτών.
Στους αγρούς, ω φίλοι! Εμπρός, εμπρός,
Με άμαξες που είναι φορτωμένες αφειδώς
Με άλογα δικά σας ή ταχυδρομικά
Εγκαταλείψτε της άστεος τις πύλες βιαστικά.
V
Κι εσύ, ω αναγνώστα φιλικέ,
Μες στην άμαξα απ' έξω εισηγμένη από σέ
Άσε την πόλη τούτη βουερή,
Όπου τον χειμώνα επιδιδόσουν σε διασκέδαση σερί
Μαζί με την ιδιότροπη μου Μούσα
Το θρόισμα βελανιδιών ας πάμε να ακούσω
Πάνω απ' τον δίχως ονομασία ποταμό
Όπου ο Ευγένιός μου στο χωριό
Ερημήτης αργόσχολος και θλιβερός,
Έμενε τον χειμώνα δίχως να περάσει από τότε ο πολύς καιρός
Στη γειτονιά της Τάνιας νεαράς,
Στης ονειροπόλας μου γλυκιάς.
Μα απ' όπου λείπει πια...
Όπου είχε αφήσει τα ίχνη θλιβερά.
VI
Ανάμεσα στο πέταλο απ' τα βουνά,
Πάμε εκεί, όπου το ρυάκι με τη φιδίσια του φορά
Προς το ποτάμι διασχίζει το καταπράσινο λιβάδι
Μες απ' το των φλαμουριών πυκνότατο συστάδι.
Εκεί το αηδόνι, της άνοιξης ο εραστής,
Όλη τη νύχτα κελαηδά, ανθεί η αγριοτριανταφυλλιά,
Και το ρυάκι ακούγεται να τρέχει κελαριστά,-
Εκεί ξεπροβάλλει το σήμα της ταφής
Στον ίσκιο δύο πεύκων γεραλέων.
Η επιγραφή φανερώνει στον περαστικό:
"Ο Βλαδίμηρος Λένσκι κείτεται εδώ,
Έφυγε νωρίς κατά συνήθεια των θαρραλέων,
Το τάδε έτος και όντας μόλις τόσων χρονών
Κοιμήσου, ο νεότατος των ποιητών!"
VII
Στου πεύκου το λυγισμένο το κλαδί
Η αύρα η πρωινή τύχαινε καμιά φορά
Πάνω απ' την υδρία τούτη την ταπεινή
Ένα παράξενο στεφάνι πέρα δώθε να κουνά.
Φορές, κάνοντας βόλτες νυχτερινές
Εδώ ερχόντουσαν δύο κοπελιές,
Και στο μνήμα με παρουσία φεγγαριού
Αγκαλιασμένες έκλαιγαν ομού.
Μα τώρα... το μνήμα τούτο θλιβερό
Έχει ξεχαστεί. Το μονοπάτι προς αυτό
Έχει χορταριάσει. Λείπει της δόξης το στεφάνι απ' το κλαδί.
Μονάχα ένας κοκαλιάρης βοσκός με το ψαρό μαλλί
Λέει τραγούδια χάμω του όπως και παλιά
Και σκαρώνει τα ποδήματά του φτωχικά.
VIII. IX. X
Καψερέ μου Λένσκι! Υποφέροντας η κοπελιά,
Δεν έχυνε δάκρυ για πολύ.
Φευ! Η νυφούλα νεαρά
Στη θλίψη δεν έμεινε πιστή.
Ένας άλλος έκλεψε τη δική της προσοχή,
Ένας άλλος πρόλαβε να βαυκαλίσει
Τη θλίψη της με την κολακεία ερωτική,
Ένας καβαλάρης αξιωματικός κατάφερε να την κερδίσει,
Η ψυχή της έχει αγαπήσει τον αξιωματικό...
Και να μαζί του μπρος στης εκκλησίας το βωμό
Εκεί κάτω απ' το στεφάνι ντροπαλά
Στέκεται με το κεφάλι χαμηλά,
Με φλόγα στα μάτια κατεβασμένα ταπεινά
Στα χείλη με τα χαμόγελα αχνά.
XI
Ω καψερέ μου Λένσκι! Κάτω απ' το μνήμα
Μες στα λημέρια της αιωνιότητας μουγγής
Αισθάνθηκε άρα μιαν αμηχανία της θλίψεως ο ποιητής
Ως της μοιραίας απιστίας θύμα,
Ή πάνω απ' τη Λήθη κοιμισμένος ο αοιδός,
Μακάριος μες στη δική του την αναισθησία,
Δεν νιώθει πια καμιά αμηχανία,
Και ο κόσμος για αυτόν είναι περίκλειστα μουγγός;...
Έτσι! Της αδιαφορίας η λήθη ξαφνική
Μας περιμένει μες στο μνήμα
Φίλων, εχθρών, αγαπημένων η φωνή
Ξαφνικά σιγεί. Και μόνο για το κτήμα
Των κληρονόμων η θυμωμένη χορωδία
Ξεκινά μια άπρεπη φιλονικία.
XII
Και σύντομα της Όλγας η ηχηρή φωνή
Στην οικογένεια των Λάριν έπαψε να αντηχεί.
Ο αξιωματικός, υπακούοντας στη μοίρα του στρατιωτική,
Έπρεπε στο σύνταγμα μαζί της να παρουσιαστεί.
Τα δάκρυα χύνοντας πικρά,
Αποχαιρετώντας την θυγατέρα η γριά,
Φαινόταν έτοιμη να ξεψυχήσει.
Μα η Τατιάνα δεν μπορούσε να δακρύσει.
Μονάχα με μια θανάσιμη χλωμάδα
Το πρόσωπό της είχε σκεπαστεί.
Όταν όλοι στο κατώφλι είχαν βγει
Να αποχαιρετήσουν με αράδα
Στριμωγμένοι γύρω από την άμαξα με το ζευγάρι νεαρό.
Η Τάνια τους ξεπροβόδισε να πάνε στο καλό.
XIII
Και για ώρα αρκετή, σάμπως μες απ' την αχλύ,
Τους κοίταζε να φεύγουν και να χάνονται μακριά...
Και να η Τάνια έχει μείνει μοναχή!
Φευ! Τόσων χρόνων η συντροφιά,
Η δικιά της περιστέρα νεαρή,
Η δικιά της επιστήθια αδερφή,
Μοίρας ένεκα έχει σταλεί μακριά
Για πάντα πια θα ζήσουν χωριστά.
Ίδια ίσκιος περιπλανιέται χωρίς σκοπό
Μια κοιτάζει στον κήπο αδειανό...
Τίποτα δεν της χαρίζει την χαρά,
Και την ανακούφιση δεν βρίσκει πουθενά
Για τα δάκρυα που πνίγει στο λαιμό
Και η καρδιά της κόβεται στα δυο.
XIV
Και στην μοναξιά σκληρή
Το πάθος της φουντώνει ακόμη πιο πολύ,
Και για τον Ονέγκιν που βρίσκεται μακριά
Μιλά πιο δυνατά η δική της η καρδιά.
Εκείνη δεν πρέπει να τον δει.
Εκείνη πρέπει να τον μισεί
Ως του αδελφού της τον φονιά.
Έχει σκοτωθεί ο ποιητής..., μα κείνον πια
Κανένας δε θυμάται, έχει δοθεί
Ήδη σε άλλον η δική του η μνηστή.
Η ανάμνηση του ποιητή διαλύθηκε σαν πέπλο του καπνού
Πάνω στο γαλάζιο στερέωμα του ουρανού.
Δυο καρδιές για αυτόν ίσως από οδυρμό
Να σφίγγονται ακόμη... Μα ποιος ο λόγος για τούτον τον καημό;
XV
Σουρούπωνε. Τα νερά ένα τραγούδι
Κελάρυζαν μελωδικά. Ακουγόταν ένα ζούδι.
Οι χορευτές πια σταματούσαν τους κυκλικούς χορούς.
Πίσω απ' τον ποταμό φλέγονταν πια βγάζοντας καπνούς
Φωτιές ψαράδων. Στην πεδιάδα ανοιχτή,
Με το ασημένιο φως του φεγγαριού,
Με τις σκέψεις να απασχολούν το νου,
Η Τατιάνα για ώρα περπατούσε μοναχή.
Χωρίς σταματημό. Και ξαφνικά μπροστά
Απ' το λόφο βλέπει ένα αγέρωχο αρχοντικό,
Ένα χωριό, ένα αλσάκι στου λόφου τα ριζά
Και πάνω απ' τον ποταμό έναν κηπάκο πολύ σκιερό.
Εκείνη τριγύρω της κοιτάζει - και η καρδιά
Χτυπά πιο γρήγορα και πιο δυνατά.
XVI
Την βασανίζει ένας δισταγμός:
"Να γυρίσω πίσω ή να προχωρήσω μπρος;...
Δε με γνωρίζουν. Εκείνος δεν είναι δω...
Τον κήπο του και την οικία του ας δω".
Και να η Τάνια κατεβαίνει την πλαγιά
Και ίσα που ανασαίνει. Γύρω γύρω της θωρεί
Με τη γεμάτη απορία τη ματιά...
Και μπαίνει στην άδεια αυλή.
Της χύμηξαν γαβγίζοντας σκυλιά.
Στην τρομαγμένη της κραυγή
Των παιδιών της έπαυλης μια συντροφιά
Μαζεύτηκε με σταματά. Και δίχως να λείψει η συμπλοκή
Τ' αγόρια διώξαν τα σκυλιά,
Παίρνοντας υπό την προστασία τους την κοπελιά.
XVII
"Μήπως την έπαυλη μπορώ να δω;" -
Ρώτησε η Τάνια. Στο λεπτό
Στην Ανύσια τρέξαν τα παιδιά
Απ' τον προθάλαμο να πάρουν τα κλειδιά.
Η Ανύσια αμέσως έσπευσε κοντά,
Και η θύρα ανοίχτηκε φαρδιά πλατιά,
Η Τάνια μπαίνει στο σπίτι αδειανό,
Όπου ζούσε ο ήρως μας πριν κάμποσο καιρό.
Εκείνη κοιτάζει: μια στέκα είχε ξεχαστεί
Πάνω στο μπιλιάρδο μες στη σάλα,
Στον τσαλακωμένο καναπέ μες στ' άλλα
Ένα μαστίγιο είχε αφεθεί. Η Τάνια προχωρεί.
Και η γριά της λέει: "Νά και η φωτιά.
Εδώ ο κύρης μας καθόταν μες στη μοναξιά.
XVIII
Το χειμώνα φορές δειπνούσε εδώ πέρα
Με του συγχωρεμένου γείτονα Λένσκι την παρέα.
Ελάτε, ακολουθήστε με αυτού.
Είναι το γραφείο του αφεντικού.
Εδώ έπινε καφέ, αναπαύονταν πίσω απ' την σφαλιστή του πόρτα
Άκουγε τον επιστάτη να δίνει τα ραπόρτα
Και διάβαζε βιβλία το πρωινό...
Και ο παλιός αφέντης έμενε εδώ.
Τύχαινε φορές την Κυριακή,
Εδώ κάτω απ' το παραθύρι, φορώντας τα γυαλιά,
Ξερή να παίξει μαζί μου στα χαρτιά.
Θεέ μου, σώσον την δική του την ψυχή.
Ανάπαυσον τα κόκαλά του εν ειρήνη
Μες στη μητέρα γη υγρή που τα πάντα τα καταπίνει!"
XIX
Η Τάνια με βλέμμα γεμάτο τρυφερή στοργή
Παντού τριγύρω της κοιτά,
Και όλα της φαίνονται πολύτιμα, σημαντικά
Τα πάντα ζωντανεύουν την θλιμμένη της ψυχή
Απ' την χαρά ανάμικτη με το μαράζι:
Και το γραφείο με το σβησμένο το κερί
Και μια στοίβα βιβλίων, και κάτω απ' το περβάζι
Μια κλίνη στρωμένη με χαλί,
Και απ' το παραθύρι στο λυκόφως του φεγγαριού η θέα,
Και τούτου του ημίφωτος η συγκλονιστική παρέα,
Και του λόρδου Βύρωνα πορτρέτα,
Και ένας κιονίσκος με την μαντεμένια σιλουέτα
Κάτω απ' το τρίγωνο καπέλο με ύφος σκυθρωπό,
Με τα χέρια σφιγμένα σε σταυρό.
XX
Η Τάνια μες στο κονάκι για ώρα αρκετή
Σαν μαγεμένη στέκεται ορθή.
Έχει βραδιάσει. Σήκωσε ένα κρύο αεράκι.
Σκοτάδι έχει πέσει στην κοιλάδα. Κοιμάται το δασάκι.
Πάνω στο ποτάμι τυλιγμένο στην αχλή
Η Σελήνη έχει κρυφτεί πίσω απ' το βουνό,
Και η πεζοπόρος νεαρή
Είναι ώρα να γυρίσει στο δικό της σπιτικό.
Η Τάνια, κρύβοντας την ταραχή επιμελώς,
Μην τυχόν και την προδώσει κάνας αναστεναγμός,
Ξεκινά σιγά σιγά στο σπίτι την επιστροφή.
Μα πρώτα ζητεί να της επιτραπεί
Να επισκέπτεται το κάστρο αδειανό,
Για να διαβάζει βιβλία μες στην ησυχία της εδώ.
XXI
Η Τάνια χαιρέτησε την οικονόμο την καλή
Βγαίνοντας απ' την πύλη. Και ήδη την μεθεπομένη
Εκείνη και πάλι εμφανίστηκε πρωί πρωί
Στην οικία που ήσαν εγκαταλελειμμένη.
Μες στο γραφείο σιωπηλό
Ξεχνώντας προς ώρας το παραμικρό,
Έμεινε επιτέλους μοναχή
Και έκλαιγε για ώρα αρκετή.
Ύστερα πιάστηκε με τα βιβλία.
Αρχικά μόνο αυτά δεν είχε στην κεφαλή
Μα της εφάνη παράξενη των βιβλίων η εκλογή
Τελικά στην ανάγνωσή τους με λαιμαργία
Η Τατιάνα είχε ριχτεί
Και ένας κόσμος αλλιώτικος της είχε αποκαλυφθεί.
XXII
Αν και ο Ευγένιος από παλιά
Είχε πάψει το διάβασμα να αγαπά,
Παρόλα αυτά μερικά απ' τα βιβλία
Είχαν γλιτώσει απ' την εξορία:
Του Γκιαούρ και του Ζουάν ο ποιητής
Συν δυο - τρία μυθιστορήματα ακόμα,
Τα οποία ήσαν καθρέφτες του αιώνα
Και ο άνθρωπος της εποχής
Παρουσιαζόταν σε αυτά μετά λεπτομερειών
Με την ανήθική του την ψυχή,
Αυτάρεσκη και απάνθρωπα σκληρή,
Επιδιδόμενη σε ρεμβασμούς άνευ φραγμών,
Με το δικό του μόνιμα πικρόχολο μυαλό
Που βράζει στης δράσης το απόλυτο κενό.
XXIII
Είχαν διατηρηθεί σε περιθώριο σελίδας
Σημάδια έντονα νυχιών.
Τα μάτια της προσεκτικής μας δεσποινίδας
Επιλήφθηκαν πιο πολύ αυτών.
Η Τάνια βλέπει με κατάνυξη ιερή,
Με ποιες σκέψεις, με ποια ρητά
Ο Ονέγκιν είχε συγκλονιστεί,
Με τι συμφωνούσε κείνος σιωπηλά.
Στα περιθώρια εκείνη ψάχνει νά βρει
Σημάδια του δικού του μολυβιού.
Του Ονέγκιν η ψυχή διάσπαρτη παντού
Προδίδεται δίχως να το ξεύρει
Μια με μιαν λέξη, μια με τον σταυρό,
Μια με το σημείο ερωτηματικό.
XXIV
Και αρχινά σιγά σιγά
Η Τάνια μου να τον νογά
Τώρα πιο καθαρά - δόξα σοι ο θεός -
Για κείνον καταδικάσθη να στενάζει συνεχώς
Απ' την μοίρα του ερωτοχτυπημένου κοριτσιού:
Άραγε είναι τίποτε μονόχνωτος και σκυθρωπός,
Γέννημα της Κολάσεως ή του Ουρανού,
Είναι άραγε άγγελος ή δαίμων σκοτεινός,
Τι είναι τελικά; Μην είναι απομίμηση αχνή,
Μια απατηλή και φευγαλέα οπτασία,
Ένας Μοσχοβίτης μες στου Χάρολντ τον μανδύα,
Της ξένης λόξας μια εκδοχή χλωμή,
Βρίθει μοδάτες λέξεις η δική του ομιλία...
Μην είναι σκέτη παρωδία;
XXV
Μη έχει αποκαλύψει το μυστήριο που τον ετύλιγε καιρό;
Μη έχει βρει τον ακριβή του χαρακτηρισμό;
Περνούν οι ώρες. Έχει ξεχάσει εντελώς
Ότι στο σπίτι την περιμένουν πώς και πώς,
Όπου μαζευτήκαν δυο γειτόνοι
Και όπου για κείνην ανέβηκαν οι τόνοι.
- Τι να γίνει; Η Τάνια δεν είναι πια μωρό, -
Είπε η γερόντισσα με στεναγμό. -
Κι όμως η Όλενκα είναι πιο νεαρά.
Πρέπει να την παντρέψω άρον άρον,
Είναι καιρός. Πώς να την τουμπάρω;
Σε όλους απαντά κοφτά
Δεν παντρεύομαι. Κι όλο μελαγχολεί,
Και περπατά στα δάση μοναχή.
XXVI
"Μην είναι ερωτευμένη;" - Μα με ποιον;
Ο Μπουγιάνοφ μας έστειλε τα προξενιά:
Άρνηση. Στον Ιβάν Κοκορόφ - τα ίδια και με αυτόν.
Στον ουσάρο Πιχτίν είχαμε παράσχει τη φιλοξενία.
Τόσο πολύ έδειχνε την Τάνια ν' αγαπά,
Τόσο πολύ γινότανε χαλί να τον πατήσει!
Σκεφτόμουν: μήπως συμφωνήσει;
Αμ πώς! Και πάλι είχε στραβώσει η δουλειά.-
"Κυρά μου; Πού είναι το πρόβλημα με αυτά;
Στη Μόσχα, στο νυφοπάζαρο έπρεπε εχθές!
Εκεί λένε πως έχει ευκαιρίες ζηλευτές".
-Οχ, καλέ! Δε φτάνουν τα λεφτά. -
" Για έναν χειμώνα έχεις αρκετά,
Αλλιώς σας δίνω δανεικά".
XXVII
Η γραία έστερξε πολύ
Αυτήν την ξύπνια συμβουλή
Και με τον ερχόμενο χειμώνα έβαλε σκοπό
Στη Μόσχα να φύγει απ' το χωριό.
Η Τάνια τα ακούει με δίχως κάνα ενθουσιασμό.
Ενώπιον της κοινωνίας υψηλής
Να παρουσιαστεί με τρόπο τον απλό
Της αφέλειας επαρχιακής,
Με τις ντεμοντέ της τουαλέτες
Με την παρωχημένη ομιλία χωρική
Για λιμοκοντόρους και για κοκκέτες
Περίγελος να γένει τραβώντας ολούθε την προσοχή!
Φοβού! Κάλλιο και πιο ασφαλές
Στα βάθη των δασών να μείνει ως και χθες.
XXVIII
Με τις πρώτες ηλιαχτίδες ξυπνά
Και αμέσως στα χωράφια πηλαλά
Με μάτια γεμάτα συγκίνηση ειλικρινή
Τριγύρω της κοιτά και μονολογεί:
"Συμπαθάτε, εσείς ω κοιλάδες ειρηνικές,
Κι εσείς, των γνώριμων βουνών ω κορυφές,
Κι εσείς, ω δάση γνώριμα από παλιά.
Συγχώρα με, των ουρανών ω ομορφιά,
Συγχώρα με, ω φύση χαρωπή.
Αλλάζω τον κόσμο ήρεμο και προσφιλή
Για μιαν οχλαγωγία της ματαιότητας αστραφτερής...
Συγχώρα με, ω ελευθερία μου κι εσύ!
Πού και γιατί να φύγω προσπαθώ;
Και τι μου επιφυλάσσει το δικό μου ριζικό;"
XXIX
Οι βόλτες της κρατάν πολύ.
Μια ο λοφίσκος, μια το ρυάκι ξαφνικά
Καθηλώνουν της Τάνιας την προσοχή
Με την δική τους την ομορφιά.
Εκείνη σάμπως με τους φίλους τους παλιούς,
Με τα δικά της τα λιβάδια και τα άλση
Σπεύδει κάθε λίγο και λιγάκι να κουβεντιάσει
Μα το καλοκαίρι κοντεύει να περάσει.
Ήρθε το φθινόπωρο χρυσό.
Η φύση είναι χλωμή και αχνοτρεμουλιάζει
Ως θυσία έχει ντυθεί με πλούσιο στολισμό...
Να και ο Βορράς, τα σύννεφα συνάζει,
Φύσηξε, σφύριξε - και νά
Αυτοπροσώπως έρχεται η μάγισσα η παγωνιά.
XXX
Ήρθε, σκορπίσθη με τούφες χιονοσωρών
Κρεμάσθη στα κλαδιά δρυών.
Απλώθη με κυματιστά χαλιά
Ανάμεσα στους κάμπους, γύρω στα βουνά.
Τις όχθες με τον παγωμένο ποταμό
Ίσιωσε με ένα πάπλωμα χοντρό.
Και νιώθουμε χαρά που' σφιξε η παγωνιά,
Η συνηθισμένη του χειμώνα ζαβολιά.
Δεν χαίρεται μονάχα της Τάνιας η ψυχή.
Δεν βγαίνει τον χειμώνα να υποδεχτεί,
Την παγωμένη πάχνη με ρουθούνια να γευτεί
Και με το φρέσκο χιόνι παρμένο απ' τη σκεπή
Να τρίψει το μουτράκι, το λαιμό, τον ώμο:
Η Τάνια τον χειμερινό φοβάται δρόμο.
XXXI
Της αναχώρησης έχει παρέλθει η ημερομηνία,
Περνά και η τελευταία προθεσμία.
Έχει επισκευαστεί, έχει επιθεωρηθεί
Μια άμαξα που είχε καιρό παροπλιστεί.
Τρεις αραμπάδες, ένα καραβάνι κανονικό,
Θα μεταφέρουν όλη την οικοσκευή,
Κατσαρολικά, καρέκλες, κασέλες από δρυ,
Σελτέδες, βάζα με γλυκό,
Παπλώματα, κοκόρια μες στα κλουβιά
Δοχεία νυχτός, λεβέτες et cetera, et cetera,
Υπάρχοντα λογής λογής, ένα σωρό τα αγαθά.
Και νά στο σπίτι ανάμεσα στα δουλικά
Σηκώθη ο θρήνος του αποχαιρετισμού και μια οχλοβοή
Δεκαοχτώ φοράδες φέρνουν στην αυλή,
XXXIII
Όταν μπρος στον Ευεργέτη-Διαφωτισμό
Ανοίξουμε τα σύνορά μας φαρδιά πλατιά,
Με τον καιρό (σύμφωνα με τον υπολογισμό
Των πινάκων με τα δεδομένα στατιστικά,
Κάπου σε μισή χιλιετία) οι δρόμοι αμαξιτοί
Θα έχουν αλλάξει θεαματικά:
Την Ρωσία διασχίζοντας εδώ κι εκεί
Θα ενώσουν απ' άκρη σε άκρη τα χώματα ιερά.
Οι μαντεμένιες γέφυρες πάνω απ' τα νερά
Θα δρασκελίσουν ποτάμια με τόξα πλατιά,
Θα παραμεριστούν τα όρη, κάτω απ' τα νερά
Θα ανοιχτούν στοές προκλητικά
Και οι χριστιανοί σε κάθε ταξιδιωτικό σταθμό
Θα ανοίξουν και από ένα καπηλειό.
XXXIV
Σήμερον οι δρόμοι μας βρίσκονται σε μαύρο χάλι,
Οι γέφυρες παροπλισμένες και σαθρές βρύα έχουν βγάλει,
Βρίθουν ψύλλους και κοριούς οι ταξιδιωτικοί σταθμοί
Δε αφήνουν κανέναν ούτε λεπτό να κοιμηθεί.
Σε κάτι χαμόσπιτα, ελλείψει καπηλειών
Για το θεαθήναι ένα πολλά υποσχόμενο μενού
Πλην όμως εντελώς απατηλό κρέμεται αυτού
Ερεθίζοντας τζάμπα την όρεξη των ταξιδευτών.
Στο μεταξύ οι χωριάτες σιδηρουργοί
Μπροστά σε μια φωτιά νωθρή
Ισιώνουν με το ρούσικο σφυρί
Της Ευρώπης την λεπτεπίλεπτη κατασκευή
Ευλογώντας τα αυλάκια μαζί με τις ροδιές,
Της πατρικής τους γης τις κακοτραχαλιές.
XXXV
Ωστόσο του χειμώνα την κρύα εποχή
Το ταξίδι είναι ευχάριστο και ελαφρύ.
Όπως ο στίχος δίχως νόημα μες στο καινούριο σουξέ
Ο δρόμος το χειμώνα γλιστρά για χαβαλέ.
Οι Αυτομέδοντές μας είναι όλοι τους τρεχάτοι,
Ακούραστες οι τρόικες μας πετούν σαν αστραπή
Και οι οδοδείκτες, διασκεδάζοντας το μάτι
Φαντάζουν λες και είναι παλουκοφράχτες πυκνοί πυκνοί.
Δυστυχώς, η Λάρινα σερνότανε σιγά σιγά
Φοβούμενη το κόστος του αγωγιάτη
Όχι με τα ταχυδρομικά, μα με τα δικά της άτια
Και η δεσποινίς μας για τα καλά
Είχε χορτάσει της διαδρομής την πλήξη
Εφτά μερόνυχτα είχε το ταξίδι τους τραβήξει.
XXXVI
Μα ήδη ζυγώνουν τον προορισμό.
Ήδη της πετρόχτιστης Μόσχας αντίκριζαν αυτές
Σαν φλόγες, με τους σταυρούς από χρυσό
Να λάμπουν τους παμπάλαιους τρούλους-κρεμμυδοκεφαλές.
Αχ, βρε αδερφέ! Είχα κι εγώ τόσην χαρά,
Όταν ένας γύρος των εκκλησιών και των καμπαναριών
Των κήπων και των παλατιών
Μου είχε ανοιχτεί στα ξαφνικά!
Πόσο συχνά κατά τον χωρισμό βαρύ
Μες στην περιπετειώδη μου ζωή,
Ω Μόσχα, σε σκεφτόμουνα πολύ!
Μόσχα... Πόσο πολλά σε αυτόν τον ήχο τον γλυκύ
Έχουνε σμίξει για την ρούσικη ψυχή! Πόσα πολλά
Έχουν αντιλαλήσει μέσα της βαθιά!
(Έχουνε σμίξει για την ρούσικη καρδιά!
Πόσα πολλά έχουν αντιλαλήσει μέσα της σφοδρά!)
XXXVII
Νά, περιτριγυρισμένο απ' το άλσος του Πέτρου το Καστρί.
Εκείνο στέκει με μιαν περφάνια σκυρωπή
Για την δόξα που απέκτησε προσφάτως.
Ο Ναπολέων επί ματαίω περίμενε κεφάτος,
Απ' την τελευταία επιτυχία μεθυσμένος, ο προπετής,
Την Μόσχα να τον προσκυνήσει γονυπετής
Με τα κλειδιά απ' το παμπάλαιο Κρεμλίνο:
Όχι, δεν πήγε η Μόσχα μου σε κείνον
Με την σκυμμένη την κεφαλή.
Μήτε τη γιορτή, μήτε την υπαπαντή,
Εκείνη μελετούσε την πυρκαγιά τρανή
Στον ανυπόμονο κατακτητή.
Από δω βυθισμένος στις σκέψεις του βαθιά
Κοιτούσε να μαίνεται η πυρκαγιά.
XXXVIII
Έχε γεια, της συντριμμένης δόξης μάρτυς με καμάρες,
Δεν σταματά εδώ ο αγωγιάτς, ντουγρού τραβά για
Πόλη. Και νά ασπρίζουν στο έμπα της οι μπάρες:
Νά ήδη κατά μήκος της Τβερσκάγια
Η άμαξά τους πάνω στα αυλάκια αναπηδά.
Περνάνε γρήγορα παράγκες, μαγαζιά
Φανοστάτες, αγόρια, κυρές,
Παλάτια, κήποι και μονές,
Έλκηθρα, λαχανόκηποι, κουρεία,
Καλύβες, γυρολόγοι, εμπόροι
Πύργοι, κοζάκοι, λεωφόροι,
Οίκοι μόδας, φαρμακεία,
Μπαλκόνια, λιοντάρια σε εισόδους κατοικιών
Πάνω στους σταυρούς σμήνη πουλιών.
XXXIX. ХL
Μες σε αυτή την βόλτα της ταλαιπωρίας
Περνά μια-δυο ώρες, και νά
Στου Αγίου Χαρίτωνος την πάροδο κοντά
Η άμαξά τους μπρος στις πύλες της οικίας
Έχει σταματήσει. Στη γραία θεία
Που πάσχει από χτικιό εδώ και μια τετραετία
Η άμαξά τους επιτέλους φτάνει.
Τους ανοίγει φαρδιά πλατιά
Φορώντας τα γυαλιά και ένα τρύπιο καφτάνι,
Κρατώντας ένα πλεκτό στο χέρι, ένας Καλμίκος με ψαρά μαλλιά.
Τους υποδέχεται μες στο καθιστικό με αναφωνητά
Η πριγκιπέσα απλωμένη στον σοφά.
Οι γερόντισσες αγκαλιάστηκαν με κλάμα κλαμάτων
Και χύθηκε ο χείμαρρος των επιφωνημάτων.
Κεφάλαιο VII συνέχεια
ХLI
- Πριγκίπισσα, mon аngе! - «Раchеttе!» - Αλίνα!
- "Ποιος να το' λεγε; Χρόνια και ζαμάνια, cousine,
Γλυκιά μου, θα μείνετε καιρό;
Κάθισε - πόσο απίστευτο είναι αυτό!
Λες και πρόκειται για σκηνή από ρομαντικά βιβλία.."
- Απ' δω είναι η Τάνια μου, θυγατέρα -
"Αχ, Τάνια! Έλα πιο κοντά, νά εδώ πέρα -
Λες και βλέπω ένα όνειρο και μια οπτασία...
Ξαδέλφη, θυμάσαι τον Γκράντισον;"
- Ορίστε, ποιον; ... Α, Τον Γκράντισον!
Μάλιστα. Πού άραγε πετυχαίνει κανείς αυτόν; -
"Στη Μόσχα, κάθεται πλησίον του Συμεών
Με έχει επισκεφτεί την παραμονή.
Προσφάτως έχει παντρέψει το δικό του το παιδί.
ХLII
Και κείνος..., θα τα πούμε εν καιρώ
Έτσι δεν είναι; Θα δείξουμε σε κάθε συγγενή
Την Τάνια αύριο κιόλας δίχως αναβολή.
Κρίμα, να κάνω επισκέψεις δεν μπορώ.
Ίσα ίσα που σέρνω τα ποδάρια.
Μα είστε ταλαιπωρημένες απ' το δρόμο, αχ μανάρια,
Πάμε να ξαπλώσουμε όλοι, ας φύγουμε απ' το σαλόνι...
Όχ, δεν έχω κουράγιο... Με προδίδει το πνευμόνι...
Μου είναι αβάσταχτη πια η χαρά,
Και όχι, ψυχή μου... μοναχά η συμφορά,
Έχω γίνει άχρηστη πια, ραμολί...
Στα γεράματα αηδία καταντάει η ζωή..."
Κι εδώ, έχοντας σχεδόν λιποθυμήσει
Την έπιασε ο βήχας ώσπου να δακρύσει.
ХLIII
Της άρρωστης η εγκάρδια υποδοχή
Και η τρυφερότητα της την Τάνια συγκινεί.
Κι όμως εκείνη δε νιώθει καλά στο νέο σπίτι,
Μιας κι έχει συνηθίσει το δικό της γυναικωνίτη.
Κάτω απ' την κουρτίνα μεταξωτή
Δεν κλείνει μάτι στην κλίνη την καινή,
Και οι καμπανοκρουσίες από νωρίς,
Προάγγελος των κόπων της ημέρας σημερινής,
Την σηκώνουν από την κλίνη.
Η Τάνια στο παραθύρι τείνει.
Γλυκοχαράζει, μα εκείνη
Τα χωράφια της δεν τα διακρίνει:
Μπροστά της απλώνεται μια άγνωστη αυλή,
Ένας στάβλος, ένα μαγειρείο και ένας φράχτης όπως στο μαντρί.
ХLIV
Και νά: στα δείπνα συγγενικά
Πηγαίνουν την Τατιάνα καθημερινά
Να συστήσουν στους παππούδες και στις γιαγιάδες
Τις δικές της χαριτωμένες αφηρημάδες.
Στο σόι, που εκ του μακρόθεν έχει ταξιδέψει
Παντού επιφυλάσσουν μια εγκάρδια υποδοχή,
Και τα επιφωνήματα, και το αλάτι με το ψωμί.
"Πόσο η Τάνια έχει τρανέψει!;
Μόλις προχθές σε είχα βαφτίσει.
Και εγώ στα χέρια σε είχα κρατήσει!
Και εγώ σου τράβαγα τα αφτιά!
Και εγώ σε τάιζα λογής λογής γλυκά!"
Και οι γιαγιάδες φωνάζουν εν χορώ:
"Τα χρόνια μας περνάν σαν τον κεραυνό!"
ХLV
Μα δεν τους φαίνονται οι αλλαγές.
Όλοι τους ακολουθούν συνήθειες παλιακές:
Η πριγκίπισσα Ελένη, θειά
Το ίδιο τούλινο σκουφί φορά.
Ως και παλιά φτιασιδώνεται η Λουκέρια Λβόβνα,
Τα ίδια ψέματα αραδιάζει η Λιουμπόφ Πετρόβνα,
Ο Ιβάν Πετρόβιτς είναι το ίδιο γεροξεκούτης
Ο Συμεών Πετρόβιτς είναι το ίδιο τσιφούτης.
Η Πελαγία Νικολάβνα τον ίδιο φίλο,
τον μεσιέ Φινμούς, τον ίδιο σκύλο,
Τον ίδιο άντρα έχει, αυτός
Την λέσχη επισκέπτεται ανελλιπώς.
Είναι το ίδιο βαρήκοος και πάντα κάθεται βουβά,
Τρώει και πίνει για δυο ως και παλιά.
ХLVI
Οι κόρες τους την Τάνια σφίγγουν στην αγκαλιά
Οι νέες χάριτες της Μόσχας αρχικά
Περιεργάζονται στα σιωπηλά
Απ' την κορφή εώς τα νύχια την κοπελιά.
Την βρίσκουν λίγο παραξενούλα,
Επιτηδευμένη χωριατοπούλα,
Και κάπως αδύνατη, χλωμή,
Αν και στην εμφάνιση καλή.
Ύστερα, ακολουθώντας της φύσης τους νόμους,
Γίνονται φίλες, στα δώματά τους την καλούν
Την φιλάνε, της σφίγγουνε τους ώμους,
Τα μαλλιά σύμφωνα με την μόδα τής κοσμούν
Και της φανερώνουν τραγουδιστά
Τα κοριτσίστικά τους μυστικά.
ХLVII
Οι νίκες οι δικές τους και οι ξένες
Ελπίδες, όνειρα, αστείες ιστορίες.
Κυλάνε οι συζητήσεις τους παρθένες
Γεμάτες από πικάντικες συκοφαντίες.
Ύστερα ως της φλυαρίας την πλερωμή,
Την εξομολόγηση της καρδιακή
Της ζητάει παρακαλετά η άλλη.
Μα η Τατιάνα σάμπως μες στην παραζάλη
Τις κουβέντες ακούει δίχως να συμμετέχει
Τίποτα απ' αυτά δεν τα κατέχει,
Και της καρδιάς της το μυστικό,
Των δακρύων και της ευτυχίας τον θησαυρό,
Φυλάει σιωπηλά στο μεταξύ
Και με κανέναν δεν το μοιράζεται αυτή.
ХLVIII
Η Τατιάνα να καταλάβει επιθυμεί
Τις συζητήσεις, την κουβέντα γενική.
Μα όλοι ασχολούνται στο καθιστικό
Με χυδαιότητες χωρίς ειρμό.
Και αυτές είναι τόσο αδιάφορες, χλωμές.
Ακόμα και οι συκοφαντίες τους είναι ανιαρές.
Μες στην άκαρπη την ξηρασία των ρήσεων,
Ειδήσεων και ερωτήσεων.
Δε θα λάμψει μήτε μια αξιόλογη ιδέα,
Έστω στα κουτουρού, έστω τυχαία.
Δεν θα χαρούμε του νου την παραμικρή αναλαμπή,
Έστω για ένα ευφυολόγημα δε θα φτερουγίσει η ψυχή.
Ακόμα την σαχλαμάρα και τον χαβαλέ
Δε θα συναντήσεις ανάμεσά σου, κόσμε αδειανέ.
ХLIX
Πλήθος εκλεπτυσμένοι νεαροί
Την Τάνια αφ' υψηλού κοιτούν
Και μεταξύ τους την συζητούν
Με προκατάληψη ελεεινή.
Μονάχα ένας θλιμμένος γελωτοποιός
Την βρίσκει ιδανική ωσάν αγία
Και πλάι στην πόρτα στεκούμενος ορθός
Της ετοιμάζει μία ελεγεία.
Την Τάνια απαντώντας στης θειάς του όπου έπληττε καιρό
Ο Βιάζεμσκι πλάι της κάθισε για μιαν στιγμή
Και πρόλαβε να της αγγίξει την ψυχή.
Προσέχοντάς την στο δικό του το πλευρό
Και διορθώνοντάς επάνω του την ανυπάκοη φενάκη
Για αυτήν ρωτούσε το γεροντάκι.
L
Μα κει, όπου της Μελπομένης η τσιρίδα
Μακρόσυρτη σπαρακτικά ηχεί,
Όπου εκείνη ανεμίζει την χλαμύδα
Μπρος στον αδιάφορό της θεατή,
Όπου η Θάλεια λαγοκοιμάται στα κλεφτά,
Το χειροκρότημα δεν το γροικά,
Όπου μονάχα την Τερψιχόρη
Θαυμάζουν οι νεαροί λιμοκοντόροι
(Ό, τι δηλαδή γινόταν και στο παρελθόν,
Στην δική μου και στη δική σας εποχή),
Επάνω της δεν είχανε στραφεί
Μήτε τα ζηλιάρικα τα φασαμέν των γυναικών,
Μήτε τα κιάλια των μοδάτων εκτιμητών
Από τα καθίσματα των θεωρείων και των πλατειών.
LI
Την πάνε και μες στη Λέσχη των νυφών.
Εκεί επικρατεί πολυκοσμία, ζεστή, ταραχή,
Λάμψη των κεριών και μουσική,
Κίνηση και στρόβιλος των ζευγαριών,
Τουαλέτες αέρινες των καλλονών,
Γαλαρίες και εξώστες γεμάτοι,( κατάμεστοι από)
Μεγάλος κύκλος των νυφών,
Όλα ετούτα σου προξενούν μια έκπληξη καραμπινάτη.
Εδώ ο κάθε γνωστός δανδής θε να ποζάρει
Επιδεικνύοντας το καινούριο του γιλέκο με την περίσσια του ξιπασιά
Κρατώντας το φασαμέν του με την επιτηδευμένη ξεγνοιασιά
Εδώ στην άδειά τους οι ουσάροι
Σπεύδουν να παρουσιαστούν,
Να λάμψουν, να γοητεύσουν και να εξαφανιστούν.
LII
Η νύχτα έχει πολλά αστέρια λαμπερά,
Της Μόσχας τα ομορφοκόριτσα είναι πολλά.
Μα από τις ουράνιες φίλες πιο λαμπρή
Είναι η Σελήνη μες στον αιθέρα τον μαβή.
Μα εκείνη την οποία δεν τολμώ
Με την λύρα μου να ανησυχώ,
Σαν τη Σελήνη τη μεγαλοπρεπή,
Σε κύκλο γυναικών και δεσποινίδων λάμπει μοναχή.
Με τι περφάνια δοσμένη απ' τον ουρανό
Εκείνη ακουμπά τη γη!
Πως ο κόρφος της αποπνέει την τρυφή!
Πως σε τυλίγει το βλέμμα της νωχελικό!
Μα φτάνει, φτάνει, έλα:
Έχεις πληρώσει το τίμημα για τη δική σου τρέλα.
LIII
Φασαρία, γέλια, υποκλίσεις, χοροί:
Μαζούρκα, βαλς, γκαλόπ...Στο μεταξύ,
Στην κολόνα ανάμεσα στις δύο θειές της στέκει,
Χωρίς κανείς να την προσέχει,
Η Τατιάνα κοιτάζει δίχως να ορά,
Μισεί της πολυκοσμίας την ταραχή.
Ασφυκτιά εδώ... Με την ψυχή
Προς τη ζωή στην αγροικία της ορμά,
Στους φτωχούς της χωρικούς, στο χωριό,
Στη μοναχική της τη γωνία,
Εκεί που κελαρύζει το ρυάκι καθαρό,
Στα λουλούδια της και στα βιβλία
Και σε σκιερές αλέες φλαμουριών,
Εκεί όπου εκείνος την είχε συναντήσει κρυφηδόν.
LIV
Έτσι η σκέψη της περιπλανιέται μακριά:
Έχουν ξεχαστεί και ο κόσμος και ο πολύβουος χορός,
Στο μεταξύ δεν την αφήνει απ' τη δική του τη ματιά
Ένας σπουδαίος στρατηγός.
Οι θειές μια στην άλλη κλείνουν μάτι
Και οι δυο τους της Τάνιας δίνουν αγκωνιά,
Και η καθεμιά της ψιθυρίζει κάτι
Τύπου: - Κοίτα γρήγορα ζερβά.-
"Ζερβά; Πού; Τι έχει εκεί;"
- Ό, τι και να είναι, κοίτα προς τα κει
Εκείνη την παρέα βλέπεις; Μπροστά,
Εκεί που στέκουν δύο με τα αμπέχονα στρατιωτικά...
Να απομακρύνθηκε... να στάθηκε στο πλάι ορθός -
"Ποιος; Εκείνος ο σωματώδης στρατηγός;"
LV
Εδώ όμως με τη νίκη θα συγχαρούμε
Την Τάνια μου, τον γλυκό μου θησαυρό,
Και αλλού θα πορευτούμε,
Για να μην ξεχάσουμε για ποιον εδώ σας τραγουδώ...
Παρεμπιπτόντως, δύο λόγια εδώ για αυτόν θα πω:
Τραγουδώ για έναν φίλο νεαρό
Και για ένα σωρό δικές του ιδιοτροπίες.
Ευλόγησον το έργο μου γεμάτο δυσκολίες
Ω συ, Μούσα επική!
Και εγχειρίζοντάς μου το σωστό ραβδί,
Μη με αφήνεις να περιπλανιέμαι άσκοπα δεξιά ζερβά.
Φτάνει. Επιτέλους ας φύγει τούτο το άχθος μακριά!
Στον κλασικισμό απέτισα φόρο τιμής:
Αν και αργά, μα βγήκε κάτι της εισαγωγής.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου