Κεφάλαιο VIII, Ευγένιος Ονέγκιν του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, μτφρ. - απόδοση Ρανελένα 


Κεφάλαιο H', Ευγένιος Ονέγκιν του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, μτφρ. - απόδοση Ρανελένα


I

              Fare thee well, and if for ever

              Still for ever fare thee well.

              Byron. 

Σε αποχαιρετώ και αν είναι για πάντα, και πάλι για πάντα σε αποχαιρετώ. 

Βύρωνας


Τις μέρες εκείνες που στους κήπους του Λυκείου 

Άνθιζα ανέμελα εγώ,

Διάβαζα με όρεξη τον Απουλήιο, 

Τον Κικέρωνα δεν άγγιζα λεπτό,


Τις μέρες κείνες στις πεδιάδες γεμάτες μυστικά,

Την άνοιξη μαζί με των κύκνων την ωδή,

Πλάι στα νερά, που λαμπυρίζαν μες στην σιγαλιά, 

Δεν άργησε η Μούσα να με επισκεφτεί.


Το φοιτητικό μου το κελί 

Φωτίστηκε στα ξαφνικά: η Μούσα μες σ' αυτό 

Μου αποκάλυψε των ασχολιών μου τη γιορτή,

Εξυμνώντας το ξεφάντωμα νεανικό,


Το ένδοξο μας παρελθόν,

Και τα μύχια όνειρα της καρδιάς μας στο παρόν.


II

Και ο κόσμος με το χαμόγελο μ' είχε υποδεχτεί.

Μου είχε δώσει τα φτερά η πρώτη μας επιτυχία.

Ο γέρο-Ντερζάβιν μας χάρισε την προσοχή 

Και αποδημώντας μας είχε δώσει την ευλογία.

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . .


III

Κι εγώ επιλέγοντας για οδηγό τον νόμο 

Των παθών και της αυθαιρεσίας μοναχά 

Συναισθανόμενος τον κόσμο 

Έφερα την Μούσα ζωηρά 


Στη φασαρία των συζητήσεων και των γλεντιών,

Που ήταν φόβος και τρόμος των μεταμεσονυχτίων περιπολιών.

Και σε αυτά τα ξεφαντώματα τρελά

Εκείνη κόμιζε δικά της δώρα εκλεκτά


Σαν Βάκχη εκείνη χοροπηδούσε,

Για τους μουσαφιραίους με κύπελλο στο χέρι τραγουδούσε

Και των περασμένων χρόνων η νεολαία 

Την ακολουθούσε λυσσαλέα,


Κι εγώ ποθούσα να ζηλέψουν οι δικοί μου φίλοι 

Την επιπόλαιη μου φίλη.


IV

Μα είχα ξεμείνει πίσω της ομήγυρης εγώ...

Εκείνη δε βάλθηκε να με ακολουθεί.

Πόσο συχνά η Μούσα μου καλή 

Μου θέρμαινε τον δρόμο μου μοναχικό 


Με την μαγεία των αφηγήσεων γεμάτη!

Πόσο συχνά στου Καύκασου τα όρη 

Στο φως του φεγγαριού όμοια με την Λενόρη 

Μαζί μου κάλπαζε καβάλα παν' στο άτι!


Πόσο συχνά στης Ταυρίδας την ακτή 

Εκείνη μες στης νύχτας την αχλύ

Με πήγαινε να ακροαστώ τον παφλασμό,

Της Νηρηίδας τον ψίθυρο θαλασσινό, 


Των κυμάτων τον αέναο χορό,

Τον ύμνο πανηγυρικό στου κόσμου τον δημιουργό.


V

Και λησμονώντας της πρωτευούσης μακρινής

Την λάμψη και τα γλέντια τρικούβερτα και ηχηρά,

Στην ερημιά της Μολδαβίας θλιβερής

Εκείνη επισκεφτόταν τα αντίσκηνα τα ταπεινά 


Όπου στριμώχνονταν οι περιπλανώμενες φυλές,

Και αναμεσό τους είχε γίνει άγρια, γέμισε πληγές,

Και είχε ξεχάσει την ομιλία των θεών 

Για χάρη βάρβαρων, παράξενων γλωσσών,


Για χάρη τραγουδιών της στέπας, που της ήταν προσφιλής...

Μα όλα άλλαξαν τριγύρω μου με μιας,

Και να εκείνη στον κήπο της παρηγοριάς 

Εμφανίσθη ως μία της επαρχίας δεσποινίς 


Με μάτια γεμάτα μελαγχολία 

Κρατώντας στα χέρια κάτι γαλλικά βιβλία.


VI

Και τώρα για πρώτη φορά την Μούσα έχω πάρει 

Μες στην δεξίωση την κοσμική.

Την άγρια της στέπας χάρη  

Κοιτάζω με την ζηλιάρικη μου συστολή.


Ανάμεσα στο πλήθος των αριστοκρατών,

Των στρατιωτικών λιμοκοντόρων, των διπλωματών 

Και των κυριών περήφανων εκείνη γλιστρά 

Να τώρα κάθισε ήσυχα ήσυχα και κοιτά,


Θαυμάζοντας την θορυβώδη πολυκοσμία,

Των φόρεματων και των λόγων την εναλλαγή,

Των καλεσμένων την επίσημη αναγγελία 

Μπρος στην οικοδέσποινα μας νεαρή 


Και το σκούρο πλαίσιο των ανδρών ντυμένων με στολές 

Που πλαισιώνει τις γυναίκες οι οποίες φαντάζουν σκέτες ζωγραφιές.


VII

Ιδιαίτερα της είναι αρεστές 

Η αυστηρή ροή των συζητήσεων των εκλεκτών

Και οι σιωπές περήφανα ψυχρές 

Και η ποικιλία των αξιωμάτων και των ηλικιών.


Μα ποιος είναι κείνος στο πλήθος εκλεκτό 

Που στέκεται αμίλητος και σκυθρωπός;

Φαίνεται ξένος στο εκλεκτό κοινό 

Μπρος του τα πρόσωπα εναλλάσσονται διαρκώς


Σάμπως ένας συρφετός φαντασματένιος.

Είναι άραγε η μελαγχολία ή η βασανισμένη υπεροψία  

Στο πρόσωπο του; Τι τον έφερε εδώ; Ποια αιτία;

Ποιος είναι; Μην είναι ο δικός μας ο Ευγένιος;


Μην είναι κείνος;... Μα πράγματι είναι αυτός.

- Ποιος άνεμος τον έφερε εδώ; Πάει καιρός.


VIII

Άραγε είναι ακόμα ίδιος ή έχει συμμορφωθεί;

Ή το παίζει μυστήριος ως και παλιά;

Πείτε: έχει γυρίσει, αλλά με ποια μορφή;

Τι έχει να μας επιδείξει τελικά;


Με ποια ιδιότητα θα παρουσιαστεί; 

Ως Μέλμοθ, ως κοσμοπολίτης, ως πατριώτης φανατικός 

Ως Χάρολντ, ως φίλος χριστιανός, ως αιρετικός,

Ή μιαν άλλη μάσκα θα βάλει για να δειχθεί,


Ή θα το παίξει ένα καλό παιδί,

Όπως εγώ κι εσύ, όπως όλοι στον κόσμο τον καλό.

Τουλάχιστον να η δική μου συμβουλή:

Ας ξεκολλήσουμε απ' τον παλαιό συρμό.


Έχει δουλέψει τον κόσμο εκείνος αρκετά...

- Τον έχετε αναγνωρίσει; - Και ναι, και όχι φυσικά.


IX

- Ποιος ο λόγος τόσο επικριτικά 

Να τον κακολογείτε τακτικά;

Μήπως επειδή παντού και πάντα 

Φροντίζουμε να κρίνουμε τα πάντα,


Επειδή των παθιασμένων ψυχών ο αυθορμητισμός 

Την αυτάρεσκη μηδαμινότητα διαρκώς 

Είτε προσβάλλει είτε για γέλιο της προσφέρει αφορμή,

Επειδή η ευφυΐα πιέζει και στεναχωρεί 


Επειδή τα λόγια στο μεταξύ 

Τα δεχόμαστε ως πράξεις πολύ συχνά,

Επειδή η ηλιθιότητα είναι εκδικητική,

Επειδή τους σοβαρούς οι σαχλαμάρες απασχολούν στα σοβαρά.


Ή επειδή με την μετριότητα και μόνο 

Αναμετριόμαστε με δίχως φόβο;


X

Μακάριος αυτός που από νέος δεν αισθανόταν γέρος,

Μακάριος αυτός που μέστωσε εγκαίρως,

Αυτός που την αυξανόμενη συν τω χρόνω απελπισία 

Κατάφερε να αντέξει με ψυχραιμία.


Αυτός που όνειρα δεν έβλεπε τρελά,

Που δεν συχαινόταν τα ανθρωπάκια κοσμικά,

Που στα είκοσι του ήταν δανδής ή καταφερτζής

Και στα τριάντα είχε κάνει γάμο υψηλής περιωπής. 


Που στα πενήντα είχε εξοφλήσει

Τα χρέη προσωπικά και τα λοιπά,

Που τη δόξα, το αξίωμα και τα λεφτά 

Σιγά σιγά με την αράδα είχε αποκτήσει.


Για αυτόν που' λέγανε διαρκώς:

Ο Ν.Ν. είναι άνθρωπος χρυσός.


XI

Είναι θλιβερό να σκέφτεσαι που επί 

Ματαίω η νεότης μας είχε χαριστεί,

Πως ενώ τηνε προδίδαμε συχνά, 

Εκείνη μας είχε ξεγελάσει τελικά.


Πως οι καλύτερες μας επιθυμίες δίχως άλλο,

Πως οι αναζωογονητικοί μας ρεμβασμοί,

Φθαρθήκαν το ένα πίσω από το άλλο,

Σάμπως τα φύλλα την εποχή φθινοπωρινή.


Είναι αφόρητο λοιπόν να βλέπεις μπροστά 

Μονάχα των δεξιώσεων μίαν μακρά σειρά 

Να βλέπεις τη ζωή σου ως ένα είδος τελετής

Και πίσω από ένα πλήθος να ακολουθείς 


Δίχως να μοιράζεσαι με αυτούς  

Μήτε κοινά πάθη μήτε κοινούς στοχασμούς.


XII

Έχοντας υποβληθεί στη θορυβώδη κριτική 

Είναι ανυπόφορο (θα συμφωνήσετε με αυτό)

Οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν για την κοινή τους λογική 

Να σε θεωρήσουν ως ένα μυστήριο φρικιό,


Ή ως έναν σατράπη θλιβερό 

Ή ως ένα τέρας σατανικό,

Ή ακόμα ως τον δαίμονα γνωστό.

Ο Ονέγκιν (πάλι με αυτόν θα ασχοληθώ)


Έχοντας σκοτώσει τον φίλο του σε μονομαχία,

Έχοντας ζήσει δίχως σκοτούρες και σκοπό 

Ως την εικοσιεξάχρονη του ηλικία,

Πλήττοντας μες στην απραγία και το τεμπελιό


Χωρίς γυναίκα, χωρίς δουλειά, χωρίς υπηρεσία,

Να καταπιαστεί δεν γνώριζε καμία ασχολία.


XIII

Τον είχε καταβάλλει μια πεθυμιά, μια ταραχή,

Ν' αλλάζει παραστάσεις συνεχώς 

(Μια συνήθεια αρκετά βασανιστική,

Και μόλις για λίγους ο οικειοθελής σταυρός). 


Έχοντας αφήσει τα δικά του τα χωριά,

Των δασών και των χωραφιών την ερημιά,

Όπου η ματωμένη σκιά 

Του φανερωνόταν καθημερινά,


Ξεκίνησε την περιπλάνηση χωρίς σκοπό,

Προς το συναίσθημα μονάχα ανοιχτός.

Όμως και τα ταξίδια τα εβαρέθη δυστυχώς 

Ως και τον κόσμο τον λοιπό.


Έτσι εκείνος δίχως να συνέλθει απ' τον γυρισμό 

Σαν τον Τσάτσκι εβρέθη κατευθείαν από το πλοίο στο χορό.


XIV

Μα ξάφνου το πλήθος έχει αναστατωθεί,

Ένας ψίθυρος έχει διατρέξει όλη τη σάλα...

Στην οικοδέσποινα πλησιάζει μία ντάμα,

Με έναν σπουδαίο στρατηγό να την ακολουθεί.


Δεν ήταν διόλου βιαστική,

Ούτε ψυχρή, ούτε υπερβολικά ομιλητική,

Χωρίς ματιά γεμάτη αλαζονεία,

Χωρίς αξιώσεις για λατρεία,


Χωρίς αυτήν την κοκεταρία 

Χωρίς τερτίπια και ηθοποιία 

Το πάν επάνω της ήταν ήσυχο, απλό,

Φαινόταν ως ένα αντίγραφο πιστό 


Du comme il faut... (Ο Σίσκοφ θα με κατηγορεί:

Δεν ξέρω πώς ετούτο να μεταφραστεί.)


XV

Οι ντάμες της έρχονταν σιμά,

Της χαμογελούσαν οι γριές.

Οι άντρες υποκλίσεις της κόβαν πιο βαθιές 

Κυνηγώντας την δική της τη ματιά.


Περνούσαν πλάι της πιο σιγά οι δεσποινίδες 

Διασχίζοντας τη σάλα, μα όλων πιο ψηλά 

Σήκωνε τη μύτη και τις επωμίδες 

Ο στρατηγός που δεν την άφηνε από κοντά.


Κανένας δε θα μπορούσε να την πει

Όμορφη πολύ, μα απ' τα νύχια ως την κορυφή 

Κανένας δε θα μπορούσε να της βρει 

Εκείνο, που από τη μόδα δεσποτική 


Στης Λόνδρας τον κύκλο υψηλό 

Αποκαλείται vulgаr (Δεν μπορώ...


XVI

Την λέξη τούτη πολύ την αγαπώ,

Να την μεταφράσω όμως δεν μπορώ.

Προς το παρόν σε μας είναι καινή 

Και μάλλον δεν θα την έχουνε σε υπόληψη πολλοί.


Σε ένα επίγραμμα θα' ταν όμως ταιριασμένη ...) 

Μα θα επανέλθω στη δική μας την κυρά. 

Χαριτωμένη με μια γλυκιά ανεμελιά 

Εκείνη στο τραπέζι ήταν καθισμένη 


Με την Νίνα Βορονσκάγια, την λαμπερή,

Την Κλεοπάτρα του Νέβα ξακουστή.

Και σίγουρα θα συμφωνούσατε κι εσείς,

Ότι η Νίνα με την αλαβάστρινη της ομορφιά, την ομορφιά της καλλονής 


Να επισκιάσει τη γειτόνισσα αδυνατούσε,

Αν και ολάκερη λαμποκοπούσε.


XVII

Δεν μπορεί, - ο Ευγένιος διερωτάται απορών: -

Δεν μπορεί να' ναι κείνη; Όχι... Μα ασφαλώς...

Πώς! Από τα βάθη της στέπας και των χωραφιών..." 

Και το φασαμέν διαρκώς 


Το στρέφει ερευνητικώς 

Πάνω σε κείνην, η όψη της οποίας του' χει θυμίσει αμυδρά 

Τα ξεχασμένα χαρακτηριστικά. 

"Για πες μου, πρίγκιπα, εσύ θα ξέρεις ασφαλώς 


Ποια είναι εκείνη με τον μπερέ τον πορφυρό 

Που με τον πρέσβη Ισπανό μιλά;"

Τον Ονέγκιν ο πρίγκιπας κοιτά.

- Πράγματι! Να βγεις στην κοινωνία έχεις πολύ καιρό.


Περίμενε, θα σε συστήσω. -

"Μα ποια είναι;" - Γυναίκα μου, να στην γνωρίσω.-


XVIII

 "Άρα είσαι παντρεμένος! Δεν το είχα μάθει! 

Πολύν καιρό;" - Περίπου δεύτερη χρονιά. -

"Με ποια;" - Με την Λάρινα. - "Με την Τατιάνα!"

- Γνωρίζεστε; - "Τους είμαι γειτονιά."


- Ω, ας πάμε λοιπόν. - Ο πρίγκιπας πλησιάζει 

Την γυναίκα του και της παρουσιάζει 

Τον δικό του φίλο και συνάμα συγγενή.

Η πριγκίπισσα τον θωρεί...


Και όσο κι αν της έχει την ψυχή αναστατώσει,

Και όσο κι αν ήταν εκείνη στα ξαφνικά 

Παραξενεμένη απ' την έκπληξη σφοδρά:

Ωστόσο δεν την είχε τίποτα προδώσει:


Διατήρησε τον ίδιο τόνο στη φωνή

Και η υπόκλιση της ήταν το ίδιο αγέρωχα αργή.


XX

Μην δεν ήταν η Τατιάνα αυτοπροσώπως 

Στην οποία κατ' ιδίαν όπως 

Στου μυθιστορήματος τούτου την αρχή,

Στο μέρος έρημο και μακρινό,


Μες στην φλόγα της νουθεσίας αγαθή,

Της τά 'ψαλνε απ' την καλή,

Εκείνη, της οποίας την επιστολή φυλά

Όπου η καρδούλα της μιλάει ανοιχτά,


Όπου όλα στη φόρα, όλα στο φως,

Να είναι εκείνη η κοπελίτσα... ή είναι μία οπτασία;

Εκείνη η κοπελίτσα την οποία αυτός 

Την περιφρόνησε μες στην ταπεινή της την απελπισία,


Μην δεν ήταν εκείνη μαζί του τούτη τη στιγμή 

Τόσο αδιάφορη, τόσο περήφανα ψυχρή;


XXI

Εκείνος αφήνει την δεξίωση την πνιγερή,

Γυρίζει σπίτι μέσα στην περισυλλογή.

Το ονειροπόλημα άλλοτε θλιμμένο, άλλοτε χαρωπό 

Έχει αναστατώσει τον ύπνο του ρηχό.


Ξυπνά. Του φέρνουν μια επιστολή:

Ο πρίγκηψ Ν σας προσκαλεί 

Στο σουαρέ. "Θεέ μου! Σε αυτήν! ...

Πάω τρέχοντας!" Και αυτοστιγμεί


Σκαρώνει την απάντηση ευγενική.

Τι παράξενο όνειρο είναι αυτό που ζει!

Τι άραγε σκίρτησε στο βάθος της ψυχής,

Ψυχρής και ταυτόχρονα νωθρής;


Η ματαιότης; Ή πάλι ο έρως, της νιότης 

Η μόνη αποκλειστικότης;


XXII

Ο Ονέγκιν τις ώρες μετρά ξανά,

Για το τέλος της ημέρας αδημονεί.

Χτυπάει δέκα. Εκείνος πετώντας ξεκινά 

Και φτάνει στο κατώφλι αυθωρεί,


Στης πριγκίπισσας με δέος μπαίνει.

Πετυχαίνει την Τατιάνα μοναχή,

Για μερικά λεπτά κάθονται μαζί.

Ο λόγος όμως με δυσκολία βγαίνει 


Απ' το στόμα του Ονέγκιν. Σκυθρωπός,

Αμήχανος, ίσα ίσα που της απαντά αυτός.

Στο μυαλό του κυριαρχεί 

Μια σκέψη βασανιστική.


Επίμονα την παρατηρεί. 

Ενώ εκείνη κάθεται ήρεμη και χαλαρή.


XXIII

Έρχεται ο σύζυγος. Το δυσάρεστο τους βιζαβί

Απότομα έχει διακοπεί.

Ενώ με τον Ονέγκιν θυμούνται από κοινού 

Σκανταλιές, αστεία του παλιού καιρού. 


Εκείνοι γελούν. Έρχονται οι καλεσμένοι.

Και να ζωηρεύσει η κουβέντα πασπαλισμένη

Με το άλας της κοσμικής κακίας δεν αργεί.

Μπρος στην οικοδέσποινα το ανάλαφρο το λακριντί 


Ρέει με δίχως επιτήδευση και νάζι,

Και αμοιβαία συναλλάζει 

Τη λογική συζήτηση με δίχως χυδαιότητα 

Με δίχως κοινές αλήθειες και τυπικότητα,


Και δεν σοκάρει κανενός τα αφτιά 

Με την ελευθεριότητά της ζωηρά.


XXIV

Ωστόσο εδώ υπήρχε η αφρόκρεμα της πρωτευούσης,

Οι αριστοκράτες, οι ανθρώποι του συρμού, 

Πρόσωπα αναγνωρίσιμα παντού,

Οι χρήσιμοι ηλίθιοι επίσης.


Υπήρχαν εδώ ηλικιωμένες κυρίες με ντεμοντέ

Σκουφιά και ρόδα, εκ πρώτης όψεως κακές,

Υπήρχαν εδώ δεσποινίδες μερικές 

Και πρόσωπα που δεν χαμογελούν ποτέ.


Υπήρχε εδώ ο απεσταλμένος, που μιλούσε σοβαρά 

Για τα ζητήματα τα κρατικά.

Ήταν εδώ με τα μυρωμένα και τα ψαρά μαλλιά 

Ο γέρος που 'κανε αστεία παλιακά:


Σπιρτόζικα και εξαιρετικά πετυχημένα 

Πλην σήμερα φαίνονταν εντελώς παρωχημένα.


XXV

Ήταν και του επιγράμματος ο εραστής εδώ,

Ένας κύριος θυμωμένος με το καθετί:

Με το τσάι της οικοδέσποινας που ήταν υπερβολικά γλυκό,

Με την επιπολαιότητα των κυριών και τον τόνο των ανδρών βαρύ.


Με του μυθιστορήματος θολού την ερμηνεία,

Με το δοσμένο σε δύο αδελφές μονόγραμμα βασιλικό,

Με τα ψέματα περιοδικών, με τον πόλεμο μελλοντικό,

Με το χιόνι, με την δική του τη συμβία.

. . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . .


XXVI

Ήταν εδώ και ο Προλάσοφ με την φήμη όση 

Έχει κερδιθεί με την χαμέρπεια της ψυχής,

Που σε όλα τα λευκώματα έχει αποσώσει, 

Ω St.-Рriest, τα δικά σου τα σύνεργα ζωγραφικής.


Στις πόρτες ένας άλλος δικτάτορας των σαλονιών 

Καθόταν ίδιος φιγουρίνι των περιοδικών,

Σάμπως ένα χερουβείμ κοκκινωπός,

Αμίλητος, ακούνητος, στητός.


Και ο περαστικός ταξιδευτής,

Κολαριστός και αδιάντροπα θρασύς 

Στους καλεσμένους προκαλούσε αμηχανία 

Με τη σκυφτή του σιλουέτα όλο τάχα γαλαντομία.


Και οι ματιές που αντάλλασσαν στα σιωπηλά οι γύρω τού 

Ήταν για αυτόν μία ετυμηγορία από κοινού.


XXVII

Μα ο Ονέγκιν μου όλο το βράδυ ασχολείτο μοναχά 

Με την Τατιάνα αποκλειστικά,

Όχι με κείνο το κοριτσάκι δίχως τσαγανό,

Ερωτευμένο, καημένο και απλό,


Μα με την πριγκίπισσα ψυχρά,

Με του Νέβα την απροσπέλαστη θεά,

Αγέρωχη, αρχοντική, βασιλική.

Ω άνθρωποι! Μα όλοι σας είσαστε φτυστοί 


Με την Εύα μας προγονική:

Ό, τι σας δίδεται απλόχειρα, δεν σας συγκινεί,

Σας θέλγει ο όφις χωρίς σταματημό 

Κοντά του, στο δέντρο μυστικό.


Ζητάτε όλοι τον απαγορευμένο τον καρπό:

Ο παράδεισος φαντάζει άνοστος χωρίς αυτό.


XXIX

Όλες οι ηλικίες παραδίδονται στου έρωτα τα χάδια.

Μα στις νεανικές, παρθενικές καρδιές 

Είναι ωφέλιμες οι δικές του οι ορμές,

Όπως οι θύελλες για τα ανοιξιάτικα λειβάδια:


Μες στη βροχή παθών εκείνα ωριμάζουν,

Ανανεώνονται, ακμάζουν -

Και χαρίζει η παντοδυναμία της ζωής 

Και πλούσια άνθη, και καρπούς γλυκείς.


Μα στην ηλικία όψιμη, άγονη χωρίς καρπό,

Πάνω στων χρόνων την καμπή,

Η ανάμνηση του πάθους φαντάζει θλιβερή:

Έτσι οι θύελλες κατά το φθινοπώρο ψυχρό 


Σε βάλτο τρέπουν όποιο ανθηρό λειβάδι

Και ξεγυμνώνουν ανηλεώς τα δάση.


XXX

Δεν υπάρχει αμφιβολία: σαν μωρό παιδί 

Την Τατιάνα ο Ευγένιος έχει ερωτευτεί.

Μες στο μαράζι των επιθυμιών ερωτικών 

Περνάει κείνος νυχθημερόν.


Μην ακούγοντας της λογικής του την φωνή,

Στην είσοδο με τον προθάλαμο από γυαλί 

Εκείνος φτάνει καθημερινά.

Την κυνηγάει σάμπως σκιά.


Είναι πανευτυχής, άμα της ρίξει 

Στον ώμο της ένα πουπουλένιο μποά

Ή άμα αγγίξει φλογερά 

Το χέρι της ή δρόμο της ανοίξει 


Μπρος στων υπηρετών την παρδαλή στρατιά

Ή σηκώσει το μαντήλι της πεσμένο χαμηλά.


XXXI

Όσο κι αν χτυπιέται, δεν του δίνει σημασία,

Μόνο που δεν αυτοκτονεί.

Τον δέχεται ελεύθερα μες στην δική της την οικία, 

Σε άλλα σπίτια του απευθύνει τρεις λέξεις το πολύ.


Φορές τον υποδέχεται με μιαν υπόκλιση της ευγενείας,

Φορές καθόλου δεν τον παρατηρεί:

Δεν έχει ούτε μια σταγόνα της κοκεταρίας -

Δεν την αντέχει η κοινωνία υψηλή.


Το χρώμα ο Ονέγκιν χάνει ανεπιστρεπτί:

Εκείνη είτε δεν τον προσέχει είτε αδιαφορεί.

Ο Ονέγκιν μαραζώνει - σε ελάχιστο καιρό 

Έτσι όπως πάει, θα τον εύρει το χτικιό.


Όλος ο κόσμος τον στέλνει στο γιατρό,

Οι γιατροί δε, τον στέλνουν σε θέρμες εν χορώ.


XXXII

Μα κείνος δεν πηγαίνει. Ένα βήμα πριν τη νόσο 

Στους συγγενείς συγχωρεμένους λέει 

Για το αντάμωμα γοργό. Μα όσο 

Για την Τατιάνα, δεν την καίει (το φύλο της θα πταίει)


Εκείνος επιμένει, το πείσμα του είναι βουνό,

Αποδεικνύεται πιο τολμηρός

Ο άρρωστος παρά γερός,

Στην πριγκίπισσα με το χέρι του ασθενικό 


Εκείνος γράφει μια παθιασμένη επιστολή.

Αν και νόημα δεν βλέπει γενικά 

Σε γράμματα ερωτικά.

Μα μάλλον της καρδιάς οι πόνοι ισχυροί 


Δεν υποφέρονταν στιγμή.

Να ορίστε η αυθεντική του επιστολή:


Η επιστολή του Ονέγκιν προς Τατιάνα


Απ' τα πριν γνωρίζω τα εξής: 

Θα σας προσβάλει της θλιβερής

Εξομολόγησής μου το μυστικό. 

Ώστε μια περιφρόνηση τόσο πικρή 

Στο βλέμμα σας ζωγραφιστεί!

Τι θέλω και με ποιον σκοπό

Να σας ανοίξω την ψυχή;

Σε τι χαιρεκακία, σε τι μίσος τρομερό 

Ίσως να δίνω μόνος μου λαβή! 


Έχοντας συναντηθεί με σας τυχαία, 

Μέσα σας διακρίνοντας μια σπίθα της τρυφερότητας πηγαία,

Δεν τόλμησα να τηνε πάρω στα σοβαρά: 

Μες στο συναίσθημα να αφεθώ.

Την μισητή μου λευτεριά 

Δεν θέλησα να στερηθώ.

Εξάλλου μας χώρισε μια παρεξήγησις φρικτή...

Θύμα έπεσε ο Λένσκι στην μονομαχία...

Απ' όλα όσα μού ήταν προσφιλή 

Απέσπασα βιαίως τη δική μου την καρδία.

Τοις πάσι ξένος, χωρίς δεσμεύσεις και δεσμά

Θαρρούσα πως η λευτεριά και η ησυχία 

Θα μου χαρίζαν την ευτυχία.

Θεέ μου, πώς έσφαλα, πώς τιμωρήθηκα για αυτά.


Απεναντίας, κάθε λεπτό να σας θωρώ,

Παντού να σας ακολουθώ,

Το ανεπαίσθητο βλεφαρίσμα, των χειλέων το χαμόγελο αχνό 

Με μάτια ερωτευμένα να ρουφώ,

Να κρέμομαι από τα χείλη σας διαρκώς 

Μες στην ψυχή την τελειότητά σας να προσκυνώ, 

Ενώπιον σας να παγώνω από πόνο ψυχικό,

Να χάνω χρώμα και να σβήνω... ορίστε της αγαλλίασης ο ορισμός! 


Αυτό λοιπόν το έχω στερηθεί: 

Στην τύχη για χάρη σας γυρνώ εδώ και κει. 

Κι ενώ ο χρόνος μού είναι ακριβός:

Εγώ ξοδεύω μέσα στην μάταιη ανία 

Τις μέρες μετρημένες απ' της μοίρας την αναλγησία,

Που' ναι αβάσταχτες έτσι κι αλλιώς.

Το ξέρω: ο βίος μου έχει διάρκεια μικρή. 

Για να παρατείνω όμως τη δική μου τη ζωή, 

Σίγουρος πρέπει να' μαι ξυπνώντας το πρωί,

Πως μες στη μέρα θα σας αντικρίσω έστω για μιαν στιγμή...


Φοβάμαι: στην ταπεινή μου προσευχή 

Να αντιληφθεί το βλέμμα σας το αυστηρό 

Μια πρόθεση για εμπαιγμό 

Και να ακούσω την κατηγόρια σας όλο οργή.

Μόνο αν ξέρατε τι βάσανο φρικτό 

Είναι να υποφέρεις απ' της αγάπης τον πυρετό,

Να φλέγεσαι και κάθε ώρα με το μυαλό 

Να καταλαγιάζεις του αίματος τον κοχλασμό.

Τα γόνατά σας λαχταρώ να αγκαλιάσω  

Και δάκρυα χύνοντας γονυπετής

Να αποκαλύψω τα συναισθήματα ψυχής,

Όλα όσα με λόγια θα μπορούσα να εκφράσω,

Στο μεταξύ με την ψυχρότητα προσποιητή,

Να εφοπλίζω κάθε βλέμμα, κάθε λέξη, 

Συζήτηση να κάνω σοβαρή,

Να σας κοιτάζω εύθυμα, ποιος θα αντέξει;...


Ας είναι έτσι: πλέον να αντισταθώ 

Στον ίδιο τον εαυτό μου δεν μπορώ.

Απ' τη βούλησή σας κι μόνο θα εξαρτηθώ 

Στη μοίρα μου αποφασίζω να δοθώ.


XXXIII

Απάντηση δεν παίρνει. Εκείνος γράφει πάλι:

Μήτε στη δεύτερη, μήτε στην τρίτη επιστολή 

Δεν απαντά. Προς τα κει σαν αστραπή 

Πηγαίνει. Με το που μπαίνει... η άλλη 


Τον προυπαντεί. Μα πόσο αυστηρή!

Μήτε τον κοιτά, μήτε και του μιλά.

Πόσο τυλιγμένη είναι τούτη τη στιγμή 

Στων Θεοφανείων την παγωνιά!


Πώς να συγκρατήσουν την οργή 

Τα χείλη πεισματάρικα επιθυμούν!

Τα μάτια του Ονέγκιν την κοιτούν 

Μα πού είναι η συμπόνια, η ταραχή;


Δεν υπάρχουν τα ίχνη των δακρύων, να χαρείς!

Στο πρόσωπο αυτό υπάρχουν μονάχα τα ίχνη της οργής...


XXXIV

Ναι, ίσως ο φόβος του μυστικού,

Ώστε να μη μαντέψουν ο άντρας της όπως 

Και η κοινωνία υψηλή τις αδυναμίες του παλιού καιρού...

Όλα όσα γνώριζε ο Ονέγκιν αυτοπροσώπως.


Ελπίδα δεν υπάρχει καμία!

Φεύγει, την τρέλα του έχει καταραστεί -

Και αφού στον εαυτό του έχει βυθιστεί,

Και πάλι αποτάσσεται τη κοινωνία.


Και στο γραφείο όπου βασίλευε η σιωπή 

Θυμήθηκε εκείνος την εποχή,

Που η σκληρή μελαγχολία

Τον καταδίωκε στην θορυβώδη κοινωνία,


Τον έπιασε, τον έσυρε απ' τον γιακά 

Και σε μια άραχνη τον έκλεισε γωνιά.


XXXV

Να διαβάζει βάλθηκε με φόρα.

Διάβασε τον Γίββονα, τον Ρουσσώ,

Τον Μαντσόνι, τον Χέρντερ, τον Σαμφόρα,

Την μαντάμ ντε Σταλ, τον Μπισά, τον Τισσώ,


Διάβασε τον σκεπτικιστή Μπαιλ,

Διάβασε τα έργα του Φοντενέλ,

Διάβασε απ' τους δικούς μας μερικούς,

Χωρίς να απορρίπτει το έργο τους:


Και αλμανάκ, και περιοδικά,

Όπου με νουθεσίες μας ταΐζουν,

Όπου συνεχώς με βρίζουν 

Και όπου μαδριγάλια κολακευτικά 


Στην αφεντιά μου απηύθυναν συχνά πυκνά:

Κύριοι, δε βαριέστε, όλα καλά.


XXXVII

Και βαυκαλίζει διαρκώς 

Τις σκέψεις και τα συναισθήματα καθώς 

Μπροστά του η φαντασία απλώνει 

Την πασιέντζα σάμπως ένα φανταχτερό αλώνι. 


Μια φαντάζεται απάνω στο λιωμένο χιόνι,

Σάμπως κοιμώμενος στη σιγαλιά της νυκτός, 

Ασάλευτος να κείτεται ένας νεαρός,

Άραγε έχει σκοτωθεί, κάποιος αναφωνεί.


Μια βλέπει τους ξεχασμένους του εχθρούς,

Συκοφάντες και κακόβουλους δειλούς,

Άλλη πάλι τις ελαφρόμυαλες νεαρές,

Και των συντρόφων τις παρέες σιχαμερές,


Φορές βλέπει ένα σπίτι στο χωριό 

Και στο παραθύρι πάλι εκείνη... Δεν του βγαίνει απ' το μυαλό!...


XXXVIII

Τόσο συνήθισε να χάνεται σε αυτό,

Που παραλίγο να χάσει το μυαλό 

Ή να γίνει ποιητής.

Ομολογώ: θα με είχε υποχρεώσει όσο κανείς!


Κι όμως χάρη στον μαγνητισμό 

Των στίχων ρωσικών τον μηχανισμό 

Παραλίγο να κατακτήσει στο διάστημα εκείνης της εποχής

Ο ανεπίδεκτος μου μαθητής.


Πόσο έμοιαζε εκείνος του ποιητού,

Όταν καθόταν μόνος του μες στο κονάκι,

Και μπρος του έκαιγε το αναμμένο τζάκι,

Και Веnеdеttа ψιθύριζε εκείνος νυσταλέα που και που


Ή Idol mio και τού' πεφταν μες στη φωτιά 

Μια τα πασούμια μια τα περιοδικά.


XXXIX

Οι μέρες κυλούσαν. Μες στην ατμόσφαιρα ζεστή 

Ο χειμώνας πια στην άνοιξη παρέδιδε λουριά.

Ο Ονέγκιν έτσι και δεν απέκτησε τη στόφα του ποιητή,

Όμως δεν πέθανε, δεν έχασε τα λογικά.


Η άνοιξη τον αναζωογονεί και πρώτα πρώτα 

Απ' το σφαλιστό κονάκι

Όπου είχε ξεχειμωνιάσει σαν τη μαρμότα, 

Τα διπλά τζάμια και το τζάκι


Πρωί πρωί εκείνος παρατά,

Κατά μήκος του Νέβα με το έλκηθρο γλιστρά,

Πάνω στο γαλάζιο πάγο με χαρακιές 

Ο ήλιος λαμπυρίζει. Και λιώνει μες στις αυλακιές 


Το χιόνι στοιβαχτό.

Κατά πού το τρέξιμο του ζωηρό 


XL

Κατευθύνει ο Ονέγκιν; Ασφαλώς 

Το' χετε από πριν πετύχει διάνα: 

Πήγε στην δική του την Τατιάνα 

Ο δικός μου αδιόρθωτος τρελός.


Πηγαίνει ίδιος με έναν νεκρό.

Δεν υπάρχει ψυχή επί της υποδοχής.

Μπαίνει στη σάλα. Πιο πέρα. Ουδείς.

Ανοίγει την πόρτα. Και τι είναι αυτό 


Που την κατάπληξη του προξενεί;

Η πριγκίπισσα μπρος του είναι μοναχή,

Κάθεται άφτιαχτη, χλωμή,

Διαβάζοντας μιαν επιστολή 


Και χύνει δάκρυα πυκρά

Με το χέρι βαστώντας την παρειά.


XLI

Ω, ποιος τάχα τα πάθη τα βουβά 

Δε θα' χε μαντέψει στη στιγμή!

Ποιος την καημένη Τάνια μου παλιά 

Τώρα στην πριγκίπισσα δε θα αναγνώριζε ταχιά!

 

Μες στα βάσανα της μεταμέλειας τρελής 

Στα πόδια της προσπίπτει ο Ευγένιος γονυπετής.

Εκείνη ρίγησε, μα δεν μιλεί 

Και τον Ονέγκιν τον θωρεί 


Με δίχως παραμικρή οργή...

Η σβησμένη και πονεμένη του ματιά 

Η όψη του όλο ικεσία, η κατηγορία του βουβή,

Όλα της είναι κατανοητά. Και ξάφνου μια απλή κοπελιά 


Με τους ρεμβασμούς, με την τοτινή καρδιά,

Σε αυτήν αναστήθηκε ξανά.


XLII

Εκείνη δεν τον ανασηκώνει 

Και εξακολουθώντας κατάματα να τον κοιτά

Τα λαίμαργα του χείλη δεν μαλώνει 

Το άβουλο της χέρι δεν το αποσπά...


Για ποιον άραγε επιδίδεται σ' αυτον τον ρεμβασμό;

Περνάει η σιωπή μακρά 

Και εκείνη επιτέλους μιλάει σιγανά:

"Σηκωθείτε. Φτάνει πια. Σας χρωστώ


Μίαν εξήγηση ειλικρινή.

Ονέγκιν, θυμάστε άραγε εκείνη την στιγμή,

Όταν στον κήπο, στην αλέα κοντά 

Μας είχε φέρει η μοίρα και τόσο ταπεινά 


Το μάθημα σας άκουσα εγώ;

Σήμερα είναι η δική μου η σειρά να εξηγηθώ.


XLIII

Ονέγκιν, τότε ήμουνα πιο νέα,

Ήμουν πιστεύω πιο ωραία,

Σας είχα αγαπήσει και τι με αυτό;

Μες στην καρδιά σας είχα βρει ένα απέραντο κενό.


Ποια απάντηση; Μια αυστηρότητα και μόνο.

Δεν είναι αλήθεια; Δε σας ήταν κάτι καινό 

Της κόρης ταπεινής το αίσθημα αγνό;

Και τώρα - θεέ μου! - το αίμα μου παγώνει,


Μόλις θυμηθώ το βλέμμα σας ψυχρό 

Και κείνη τη διδαχή... Μα εσείς 

Την ώρα κείνη - αλίμονο δεν σας ενοχοποιώ 

Είχατε πράξει ως ένας ευγενής,


Σωστά μου είχατε συμπεριφερθεί:

Κι είμαι ευγνώμων σε σας με όλη μου την ψυχή...


XLIV

Τότε - δεν είναι αλήθεια; - στην ερημιά,

Μακριά απ' την κοσμική ζωή,

Δεν σας άρεσα καθόλου... Και γιατί 

Τώρα με ακολουθείτε τόσο εμμονικά;


Γιατί με κυνηγάτε συνεχώς 

Μην είναι επειδή στην υψηλή μας κοινωνία 

Τώρα εμφανίζομαι ανελλιπώς;

Επειδή είμαι αριστοκράτισσα πλουσία,


Επειδή ο άνδρας μου στις μάχες είχε λαβωθεί

Και για τούτο μας περιέβαλε με εύνοια η αυλή;

Μήπως επειδή οι δικές μου οι πομπές 

Τώρα θα ήταν τοις πάσι αντιληπτές,


Και θα μπορούσαν στην κοσμική ζωή 

Να σας χαρίσουν μια φήμη ζηλευτή;


XLV

Κλαίω ωστόσο... εάν την Τάνια σας

Ως τώρα δεν την έχετε στην λήθη εμπιστευτεί 

Μόνο να ξέρετε: την δηκτικότητά σας,

Την κουβέντα ψυχρή και αυστηρή


Αν ήτανε στο χέρι μου λοιπόν 

Θα τα προτιμούσα του σκανδαλώδους πάθους 

Και τούτων των δακρύων και των επιστολών.

Προς των νιούτσικων μου ρεμβασμών το λάθος


Τότε είχατε τουλάχιστον συμπόνια,

Στο νεαρό της ηλικίας κάποιον σεβασμό...

Ενώ τώρα! - τι είναι αυτό 

Που σας έχει φέρει στα δικά μου πόδια;


Πώς καταδέχεστε με τη δική σας την καρδιά και το δικό σας το μυαλό 

Να υπηρετείτε δουλικά το αίσθημα φτηνό;


XLVI

Και για εμένα, ω Ονέγκιν, τούτη η χλιδή,

Η χρυσόσκονη της μισητής ζωής,

Οι επιτυχίες της δίνης κοσμικής,

Τα σουαρέ, η οικία μου όλο μοντερνισμοί,


Τι μου παρέχουν; Τώρα να δώσω είμαι περιχαρής 

Όλα τούτα τα κουρέλια της μασκαράδας κοσμικής 

Όλη τούτη τη λάμψη, και τη φασαρία και τον καπνό,

Για μιαν βιβλιοθήκη, για τον κήπο τον σκιερό,


Για το σπιτάκι μας το φτωχικό,

Για τα μέρη, όπου κατά τη συνάντηση της πρώτης μας φοράς,

Ονέγκιν, αντίκρισα εσάς,

Και για το κοιμητήριο σιωπηλό


Που τώρα ο σταυρός και των κλαδιών η σκιά 

Σκεπάζουν τη νένα μου γλυκιά...


XLVII

Και η ευτυχία ήταν τόσο εφικτή,

Τόσο χειροπιαστή!.. Μα η δική μου μοίρα 

Είχε ήδη αποφασιστεί. Ίσως με δίχως πείρα 

Κομμάτι απερίσκεπτα έχω φερθεί:


Με δάκρυα και ξόρκια με ικέτευε η μάνα.

Όμως για την καημένη την Τατιάνα 

Όλοι οι κλήροι ήσαν ισοβαρείς...

Παντρεύτηκα. Τώρα ωστόσο πρέπει εσείς 


Σας το ζητάω, να με αφήσετε στην ησυχία.

Το ξέρω: στην δική σας την καρδία 

Υπάρχουν και αξιοπρέπεια και τιμή.

Σας αγαπώ (δε θα το παίξω πονηρή!)


Μα σε άλλον έχω δοθεί 

Κι εις τους αιώνας των αιώνων θα τού' μαι πιστή".


XLVIII

Εκείνη φεύγει. Ο Ευγένιος στέκεται ορθός,

Σάμπως έχει κεραβνοβοληθεί.

Σε τι θύελλα συναισθημάτων αυτός 

Έχει τώρα ως τα μπούνια βυθιστεί!


Μα ηκούσθη των σπιρουνιών η ξαφνική κλαγκή 

Και της Τατιάνας ο ανήρ όπου να' ναι θα φανεί,

Εδώ τον δικό μου πρωταγωνιστή 

Σε μίαν για κείνον κρίσιμον στιγμή,


Αναγνώστα μου, θα τον αφήσουμε εδώ, 

Για κάμποσο; ... για πάντα. Κατόπιν του

Δίχως να παρεκκλίνουμε διόλου του σκοπού 

Περιπλανιόμασταν στον κόσμο όλο. Ας συγχαρώ 


Τους πάντες με το αγκυροβόλι τώρα!

Θά' πρεπε τούτο να πράξω εδώ και ώρα!


XLIX

Ω αναγνώστες, όποιοι κι αν είστε: φίλοι 

Πολέμιοι, εχθροί. Επιθυμώ μονάχα ένα 

Τώρα να χωρίσουμε ως φίλοι 

Συμπαθάτε. Ό, τι και αν ψάξετε για μένα 


Εδώ πέρα στις βιαστικές στροφές,

Είτε αναμνήσεις όλο σκανδαλιά,

Είτε ξεκούραση απ' τη δουλειά,

Είτε εικόνες ζωντανές ή λέξεις αιχμηρές,


Είτε τα λάθη στην ορθογραφία,

Μακάρι σε τούτου του βιβλίου τες σελίδες 

Κάτι για την ψυχαγωγία, για τον ρεμβασμό 

Για την καρδία, για των περιοδικών τις έριδες 


Έστω μια πρέζα να μπορούσατε να βρείτε.

Με αυτό ας χωριστούμε, να με συγχωρείτε!


L

Συγχώρα με, ω παράξενέ μου συνταξιδευτή,

Ω πιστό μου ίνδαλμά κι εσύ,

Ω ταπεινός μου μόχθος που με ζωντάνευε καθημερινά,

Χάρη σε σας έχω αποκτήσει σταδιακά 


Όλα όσα ποθεί ένας ποιητής:

Ένα απάγκιο μες στις θύελλες της κοινωνίας υψηλής,

Μια φιλική κουβέντα της παρέας.

Έχουν κυλήσει πολλές πολλές ημέρες 


Από τότε που η Τατιάνα νεαρά 

Και μαζί της ο Ονέγκιν ως μια οπτασία αμυδρή

Μου εμφανίσθησαν για πρώτη τους φορά - 

Και του μυθιστορήματος τούτου την πλοκή


Εγώ μέσα στη γυάλα μαγική 

Δεν την ξεχώριζα ακόμη καθαρά.


LI

Μα κείνοι στους οποίους κατά συναντήσεις φιλικές 

Απήγγειλα τις πρώτες μου στροφές...

Άλλοι δεν υπάρχουν πια και άλλοι έχουν φύγει μακριά,

Όπως κάποτε είχε πει και ο μεγάλος Σααντί.


Ερήμην τους του Ονέγκιν το πορτραίτο έχει ολοκληρωθεί.

Και κείνη, η οποία στάθηκε ως αφορμή 

Για της Τατιάνας τη μορφή αγαπητή...

Ω πολλά, πολλά μας έχει στερήσει η μοίρα αδυσώπητα σκληρή!


Μακάριος είναι αυτός που της ζωής του το πανηγύρι 

Νωρίς νωρίς το έχει αφήσει δίχως να αδειάσει το ποτήρι 

Γεμάτο το σπινθηροβόλο της κρασί.

Αυτός που το μυθιστόρημά της ως το τέλος δεν το έχει δει

Και μπορούσε στα ξαφνικά να το αποχωριστεί 

Όπως εγώ τον Ονέγκιν μου, φίλοι μου καλοί.




ΤΕΛΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο